Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Ύαινες







οι ύαινες γίνονται ανήσυχες
χρειάζονται μόνο το χρόνο να μεγαλώσουν
το ένστικτο είναι εδραιωμένο

η ζωή δεν μέτρησε πότε τις μέρες
μόνο ο άνθρωπος μετράει τη ζωή
ο παρελθών ποταμός
που τα κοπάδια κυλιούνται
είναι παγίδα
 σε ξεδιψάει
και σου σπάει τα πόδια

 
φοβόσουν
 φοβόσουν  όσο σου μιλούσα
έτρεμες κι έκρυβες τα χέρια στις τσέπες
μην απλώσουν κι αρπάξουν
κάθισες πάνω στις φτέρνες
προσευχόσουν για ζωή κι ένα τσιγάρο
-πρέπει να φύγουμε από δω
τούτο το νερό σέρνει 
 μνήμες και κόκαλα

κουνούσες το στόμα σου  
κατάπινες τις λέξεις 
έχτισες το σπίτι σου στις όχθες
έκλεισες τα μάτια σου κι έγινες Θεός
εφήμερος
μικρός
και λασπωμένος
φοβόσουν
 φοβόσουν  
 
 
όμως
οι ύαινες θριαμβεύουν στο πλήθος
τρέφονται αδυναμία και παράδοση
στήνουν τις νύχτες στη σειρά
τις βάφουνε με γέλια
δεν πηδάν από ταράτσες
κι είναι τόσο τρυφερές με την σπορά τους

αύριο
μετά από σένα
 θα ξεκουράσουν τα σαγονιά τους στον ήλιο 
καμιά λέξη δεν θα μιληθεί
κι η σφαγή θα ξεκινήσει πάλι