Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες της διπλανής πόρτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες της διπλανής πόρτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Μια καινούρια μέρα.







Ας κάνουμε πως τίποτα δεν έγινε,
κι αυτό που είδες  δεν συνέβη.
Τα πεζοδρομία υπομένουν στωικά,
τον καυτό ήλιο και τ' ανελέητα τακουνιά.
Τ αυτοκίνητα σταματάνε και ξεκινάν,
φρενάρουν και μαρσάρουν.
Κρύβουν τους οδηγούς και χλευάζουν τους πεζούς.
Τα παιδιά ακόμα δεν παίζουνε στους δρόμους.
Τα παιδιά δεν ανακάλυψαν πότε τους δρόμους.
Σακούλες μακραίνουνε τα χέρια.
Το βάρος απ' το καρπούζι είναι η  υπόσχεση της ανακούφισης στο σπίτι.
Μια μπουγάδα αλαζονική στάζει σε κεφάλια.
Μια άλλη ξεχασμένη,  ξεραίνεται και ξεθωριάζει στο σύρμα.
Μια άσχημη και μπερδεμένη χαλάει την αισθητική.
Ας κάνουμε πως τίποτα δεν έγινε.
Και τώρα ψάρια τηγανίζονται  σε ένα τηγάνι,
 πατάτες σ ένα άλλο. 
Στα πιο νοσταλγικά κεφτέδες , πιπεριές και μελιτζάνες.
 Το νερό κρυώνει στο ψυγείο.
Ο ύπνος είναι βαρύς το μεσημέρι.
 Κορμιά ιδρώνουν σε σεντόνια ριγμένα σε καναπέδες για δροσιά.
Νανουρισμένα απ' ανεμιστήρες που ψιθυρίζουν κι ανακατεύουν υγρό αέρα.
Κι ο ύπνος να  κόβεται απ' αυτόν που ποτέ δεν πίστεψε, πως 6 η ώρα το καλοκαίρι,
 είναι μεσημέρι, και τηλεφωνεί χωρίς αιτία ή πατάει το κουδούνι μανιωδώς.
Ούτε ο καφές δεν σε συνεφέρνει τώρα.
Θα σέρνεσαι βαριεστημένα μέχρι να ξανακοιμηθείς.
Ψύξεις , καταρροές, πονοκεφάλους  και γκρίνια δροσίζουν τα κλιματιστικά.
Το βράδυ ακούγονται οι τηλεοράσεις.
 Κάποιοι τους μιλάνε,  άλλοι τις μαλώνουν.
Πιάτα που στρώνονται στο τραπέζι
πριν  στοιβαχτούν στο νεροχύτη.
Κι ο  ήχος από το πιρούνι,
που πέφτει άτσαλα σε ένα ποτήρι,
 σε κάνει να νιώθεις ασφαλής για κλάσματα του δευτερόλεπτου,
 γιατί τον θυμάσαι από παιδί,
τότε που  το καλοκαίρι ήταν δροσερό κι  ατελείωτο
 και δεν είχες σχολείο.
Μα τώρα δεν είσαι παιδί και δεν πας πια σχολείο.
Τώρα έχεις δει αυτά που προσποιείσαι πως δεν έγιναν κι η προσποίηση
 δεν βάφεται σκοτάδι να τα ρουφήξει  όλα, και να ξεχαστούν.
Τα όλα συνεχίζουν πιο φωτεινά, πιο αιχμηρά να περπατάν το δέρμα σου,
  να σου γεμίζουν το σπίτι,
να σου πετρώνουν το στομάχι, 
να  σου παγώνουν τα δάχτυλα.
Ας κάνουμε πως τίποτα δεν έγινε
κι αυτό που είδες  δεν συνέβη
Το στόμα συνεχίζει να μιλάει
να ρωτάει, να συμφωνεί , να αδιαφορεί και ν' αποφεύγει.
"ευχαριστώ"
"θα το φέρω αύριο"
"που είναι ο φορτιστής;"
"το έβαλες το ξυπνητήρι;"
"το ξέρω"
"σ'  ακούω".
Βενζίνες γεμίζουνε ρεζερβουάρ
Φώτα ανοίγουν και κλείνουν.
Κάποιος γελάει, κάποιοι άλλοι γαμιούνται.
Αναλγητικά μουδιάζουν τα συμπτώματα.
Η γρία ποτίζει μ' ένα λάστιχο τον δρόμο να δροσίσει.
Γεμίζει ταπεράκια με νερό στην γωνία για τα αδέσποτα.
Άλλοι μαλώνουν άλλοι κλαίνε.
Τσιγάρα σβήνονται , τασάκια αδειάζουν.
Η μέρα τελειώνει αργά.
Θα ήθελες πιο γρήγορα.
Τίποτα δεν έρχεται πια βολικά, και δεν μπορείς να κρυφτείς στο κρεβάτι σου,
 να κοιμάσαι για μέρες.
Η σκουπιδιάρα  αδειάζει τους κάδους κι αντιλαμβάνεσαι ότι δεν νύσταξες ακόμα
Σε τρεις  ώρες θα πρέπει να σηκωθείς...
 σε δυόμιση...σε μια...
Να θυμηθείς να κατεβάσεις τα σκουπίδια φεύγοντας  γιατί τα ξέχασες το βράδυ.
 και θα μυρίζουν τώρα με την ζεστή.
Να θυμηθείς  να χάσεις τον τρόπο να βλέπεις περισσότερα απ' αυτά που κοιτάς. 

Και μεις θα κάνουμε πως τίποτα δεν έγινε,
κι αυτό που είδες δεν συνέβη.
Θα το κηδεψει η καινούρια μέρα.
Χωρίς φωνές.
Χωρίς παράπονο.
Χωρίς να στο χρεώσει.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Εγκαίνια




       Κυρίες και κύριοι

Η σταθερή άνοδος στην ποιότητα 
και την ποσότητα των προσπαθειών μας
μας βοηθά να προετοιμάσουμε
 και να αφομοιώσετε τις καλλίτερα δυνατές
 συνθήκες για την επίτευξη του έργου μας.

Χειροκρότημα 
  Η επιμέλεια της οργάνωσης
 και προπάντων,
 η παρούσα δομή του συστήματος αυτού,
συμβάλει με τρόπο αποφασιστικό 
στο να σηματοδοτήσει ένα δυναμικό σύστημα αντιμετώπισης
 των νέων μεγάλων απαιτήσεων
 του καιρού μας.

  
    Χειροκρότημα 

 Τα ιδεολογικά κριτήρια
  και  η βαθιά αγάπη για την πατρίδα
 συνδυασμένα με την αναπάντεχα  ενθουσιώδη
   ανοχή των λαϊκών μαζών στις σχετικές επεξεργασίες, 
μας  υποχρεώνει να προσδιορίσουμε 
και να καθορίσουμε 
τις διάφορες μορφές 
μονιμοποίησης  της επιρροής μας.

  Χειροκρότημα

Η καθημερινή πρακτική
έχει αποδείξει ότι το δυνάμωμα 
και η επέκταση της
προληπτικής καταστολής
 εγκαινιάζουν μια διεργασία
 που συμβάλει στο να τελειοποιήσουμε
 ένα γενικότερο σύστημα
  κοινωνικής αταραξίας

   Qui tacet consentit.
 
           Ψαλίδι  - κορδέλα  -  χειροκρότημα  

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Καθημερινές Ιστορίες 2


ph. stanley kubrick




Αν η Ν μπορούσε να μιλήσει σίγουρα θα  έλεγε  τα εξής

-Έχω δυο νέα να μοιραστώ!
 Ένα καλό και ένα κακό.
 Το καλό είναι ότι υπάρχει ζωή ( ή κάτι τέτοιο) μετά θάνατο.
 Το κακό είναι ότι η νεκροφιλία είναι περισσότερο διαδεδομένη απ’ ότι  υποπτευόμουν!

Αλλά  η Ν δεν μπορεί να μιλήσει γιατί είναι νεκρή.
Πάντα  ήταν  σίγουρη ότι θα πέθαινε, αλλά ειλικρινά 
δεν περίμενε ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί...
όχι  με αυτόν τον τρόπο…και σίγουρα όχι γι αυτό τον λόγο!


Όλα ξεκίνησαν το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου
 Κόντευε κιόλας 11,  η Ν είχε  κάνει ήδη τα αντεράκια   
και τις συκωταριές 3 νερά και τα άφησε να μουλιάσουν 
 σε νερό με ξύδι ,για να φύγει η προβατίλα,
 όταν συνειδητοποίησε ότι για μια ώρα θα έπρεπε να κάθεται 
στο τραπέζι της κουζίνας και να κοιτάει  την λεκάνη με τα εντόσθια.

Η ιδέα της ξεκούρασης  της  έμοιαζε  πάντα ελκυστική, αλλά ποτέ δεν της άρεσε.
Άνηκε  σε εκείνη την κατηγορία γυναικών που λαχταρούν την ηρεμία αλλά την κρατούν πάντα ως λαχταρά.
Οριοθετούσε    τις μέρες και τους χώρους, με πιεστικές δουλειές, χέρια γεμάτα σαπούνια, λάδια,  ζυμάρια,  χώματα,  φακέλους για την εφορεία, λογαριασμούς προς εξόφληση.
Πολυάσχολη  και έψαχνε  πάντα τρόπους να γίνει ακόμα περισσότερο.

Όταν άδειαζαν τα χέρια της,   γέμιζαν τα δωμάτια με σκέψεις που  της  κάρφωναν την θλίψη στο στήθος, παρέα με  μια γλοιώδη υγρασία που έκανε το δέρμα της να σουφρώνει και να μοιάζει με γλιτσιασμένη σταφίδα.
Τις  απέφευγε τις σκέψεις, προτιμούσε τα γεμάτα χέρια, το θεωρούσε πιο υγειές.

Είχε καλές σχέσεις  και πάντα τις καλύτερες προθέσεις με όλους στην γειτονιά.
Συμπαθητική  αλλά δυστυχώς ανύπαντρη και αισίως 42, δεν χρειάστηκε ποτέ να δουλέψει.
Εισέπραττε τα ενοίκια από δυο διαμερίσματα.

Αποφάσισε να σκουπίσει  την είσοδο της πολυκατοικίας.

Ήταν   σίγουρη ότι δεν θα περνούσε   άνθρωπος μέχρι το βράδυ ..
Φέτος το Πάσχα έπεσε αργά και η ζέστη  μαζί με τον δύσκολο χειμώνα που πέρασε τους είχε στείλει όλους στα χωριά τους ή τουλάχιστον σε ένα φιλικό εξοχικό.
Την γυάλισε σαν καθρέπτη και  μοσχομύριζε σαπουνιστική φρεσκάδα.

Μόλις είχε μπει στην κουζίνα της  και ψιλόκοβε τον άνηθο  όταν άκουσε φασαρία από την είσοδο.
            -Πάει,  κάποιος την έφαγε την γλίστρα από τις σαπουνάδες, σκέφτηκε.

Έτρεξε στην εξώπορτα και προσπάθησε να δει  από το ματάκι της πόρτας 
ποιος ήταν ο τυχερός πεσόντας
Βρισίδια και χαστουκιά ακουγόταν αλλά δεν μπορούσε να  δει  τίποτα.

-Βρωμορώσε…  πουστόγερε...κατέβασε τα χέρια σου γαμημένε…φοβάσαι;;
Τι φοβάσαι ρε;;
Μη σου πάρω τις μπανάνες;;
Οι μπανάνες είναι πούστικο φρούτο, για τον κώλο σου τις πήρες;;
 ξεχώρισε  μια  αγριεμένη φωνή

-Ναι ρε μαλάκα τις τσιμπουκώνει και μετά τις χώνει στον κώλο του
 χαχάνισε μια άλλη

            -Μη σας παρακαλώ,  έκλαιγε μια τρίτη, να πάρτες δεν τις θέλω

            -Είμαι ζήτουλας νομίζεις;;
             αυτό νομίζεις κωλόγερε;;
             είπε η πρώτη φωνή.

            -Όχι όχι κλαψούριζε αυτός…δεν είσαι ζητιάνος παιδί μου…σε παρακαλώ

            -και τι νομίζεις ότι είμαι κλεφτής;;
            ήρθες εσύ και με έκανες κλέφτη;;
            εε ρε σου μιλάω …κλέφτης είμαι;;

            -όχι αγόρι μου σε παρακαλώ πες μου τι θέλεις..

            -να γαμηθείς και να σκάσεις θέλω…αυτό θέλω..

Αναγνώρισε  την κλαψιάρικη φωνή .
Ήταν ο κύριος Βλαδίμηρος. Ο κύριος Βλαδίμηρος έμενε στον τέταρτο μαζί με την αδερφή του.
Συνταξιούχος δάσκαλος μουσικής, ομογενής από την Ρωσία,
 ευγενέστατος και πάντα περιποιημένος, με το καπελάκι του και το χαμόγελο,
 δεν   αργούσε ούτε λεπτό το ενοίκιο στην Ν.

 Άρπαξε αμέσως το τηλέφωνο για να καλέσει βοήθεια .
Κολλημένη  στο ματάκι της πόρτας άρχισα να πληκτρολογεί το νούμερο της αστυνομίας  όταν το σπρωξίδι και τα χαστούκια κέντραραν σιγά σιγά το θέαμα στο οπτικό της  πεδίο.

Η φωνή που κλαψούριζε άνηκε στον κύριο Βλαδίμηρο,  όπως είχε  σωστά μαντέψει . Δυστυχώς όμως και  οι υπόλοιποι δεν της ήταν άγνωστοι.

Η αγριεμένη και η χαχανιστη φωνή  άνηκαν στα αγόρια της Φρόσως της χήρας από την γωνιακή μονοκατοικία.
Υπήρχε και μια  τέταρτη  φιγούρα  που παρέμενε  αμίλητη, ήταν ο Γιωργάκης  15 χρονών  που  μέχρι τα 5 του  τον πρόσεχε η Ν,   όταν οι γονείς του έτρεχαν αξημέρωτα στις λαϊκές να πουλήσουν την πραμάτεια τους .

Σταμάτησε να πατάει  τα νούμερα .
Το χέρι της  γλίστρησε στο πλάι σφίγγοντας το ακουστικό .
Δεν μπορούσε να καταλάβει αυτό που έβλεπε .
Ένοιωθε μουδιασμένη.

Ο γέρος  στριμωγμένος στον απέναντι τοίχο ήταν τόσο τρομαγμένος
 που ούτε κουνιόταν, ούτε φώναζε, μόνο  έσφιγγε  στην αγκαλιά του
 μια σακούλα με μπανάνες και 2 κουτιά γάλα.
 Κοιτούσε τα παιδιά με την σειρά και  εφάρμοζε τους κανόνες του καλού διαλόγου . 
Δεν διέκοπτε ποτέ τους συνομιλητές του, και απαντούσε πάντα στις ερωτήσεις τους όσο πιο λογικά και συγκεκριμένα  μπορούσε. 
  
Αν απομόνωνες το διάλογο και  ξεχνούσες την εικόνα ήταν
πραγματικά διασκεδαστικός.
Θα μπορούσε να σταθεί άνετα σε ένα κωμικό έργο.
Αυτή η λογική προσαρμογή δεν  επέτρεπε στον κύριο Βλαδίμηρο  να αντιληφθεί,  ότι  σε αυτή την ιστορία,  το χάπι έντ …δεν του κρατούσε θέση.
  
Τα αδέρφια  κρατούσαν τον γέρο κολλημένο στον τοίχο αλλά μόνο ο ένας τον χτυπούσε.Τα χαστούκια είχαν γίνει γροθιές.

-Βάλτου την μπανάνα στο στόμα να μας δείξει πως τσιμπουκώνει
 είπε ο χαχανιστός αδερφός.

Ο αγριεμένος άρπαξε την σακούλα από την σφικτή αγκαλιά του κυρίου Β έκοψε μια μπανάνα και του την έχωσε στο στόμα .
Πέταξε την σακούλα που χτύπησε πάνω στην πόρτα της  Ν.  με δύναμη.
Αυτό την  έκανε   να αναπηδήσει .

Τα αδέρφια γελούσαν καθώς ο ένας τον χτυπούσε και ο άλλος του έχωνε την μπανάνα στο στόμα.

            - Οχι δόντι κωλόγερε… ρουφά την όλη…γλώσσα τώρα…
           
Ο Γιωργάκης κοιτούσε αμέτοχος καθώς ο κύριος  Βλαδίμηρος   διπλωνόταν από τις γροθιές. Παρέμεινε αμέτοχος  ακόμα κι όταν οι γροθιές έγιναν κλωτσιές στον πεσμένο πια κύριο Βλαδίμηρο .

Ο γέρος ήταν πεσμένος μπρούμυτα  και τα αδέρφια τον κλωτσούσαν 
με μανία σε όλο του το σώμα. 
Ο χαχανιστός αδερφός πήρε τα χαρτόκουτα με το γάλα και τον χτύπησε στο κεφάλι μέχρι που έσκασαν. 
Το χυμένο γάλα γύρω από το κεφάλι του Β σχημάτισε  ένα αλλόκοτο υπερμεγέθη υδαρή φωτοστέφανο με ροζ πιτσιλιές και απαλούς κυματισμούς. 
Τα αδέρφια  σταμάτησαν να τον χτυπούν και τον κοιτούσαν λαχανιασμένα με μάτια που γυάλιζαν από την διέγερση.
 Ο γέρος  δεν κουνιόταν μόνο ανοιγόκλεινε  τα μάτια του.

            -Πάρτου το πορτοφόλι,  διέταξε τον Γιωργάκη , ο αγριεμένος.

Η Ν δεν κατάλαβε  πως άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω.
Το μόνο που πρόλαβε να πει ήταν ένα «μη» το οποίο έγινε μια μακρόσυρτη κραυγή καθώς έπεφτε από τον συνδυασμό υγρής σαπουνάδας, ζουπιγμένης μπανάνας και φθαρμένου τακουνιού από το τσόκαρο.

Η κραυγή κόπηκε απότομα από το κρακ του σβέρκου που έσπαγε.
Ήταν  περίεργη η αίσθηση.
Να πέφτεις ενώ ταυτόχρονα  νιώθεις ότι ανυψώνεσαι. 
Βρέθηκε όρθια στα πόδια της μόλις προσγειώθηκε με θόρυβο στο πάτωμα.
Βρέθηκε όρθια όχι ακριβώς αυτή…κάτι από αυτήν, το σώμα της ήταν φαρδύ πλατύ απλωμένο στο πάτωμα με γουρλωμένα μάτια και φορώντας ένα τσόκαρο.
Το άλλο είχε εκσφενδονιστεί πάνω στον χαχανιστό αδερφό.

Αυτό ακινητοποίησε  τους πάντες  για μερικά δευτερόλεπτα.

Ο Γιωργάκης  ψύχραιμος και σβέλτος  έβγαλε το πορτοφόλι από την τσέπη του γέρου και  χωρίς να διστάσει,   πήρε την πρωτοβουλία να του ξεκουμπώσει και  να του τραβήξει το παντελόνι και το βρακί μέχρι τα γόνατα.

            -Ωραίος ο μικρός! του είπε ο αγριεμένος και του χάιδεψε τα μαλλιά

Ο Γιωργάκης δέχτηκε το χάδι με ανακούφιση και καμάρι.
Έχωσε το πορτοφόλι του γέρου, στην τσέπη του και εξαφανίστηκαν  οι τρεις τους στον άδειο δρόμο. 
Ο κύριος Βλαδίμηρος  κοιτούσε  την Ν .Δεν μπορούσε να αναπνεύσει, ο κίτρινος αναπνευστήρας-μπανάνα  στο στόμα δεν του το επέτρεπε. 
Ανοιγόκλεινε τα μάτια του σε ένα απεγνωσμένο σινιάλο sos
Δεν είχε καταλάβει ότι η Ν είχε αλλάξει πια διάσταση,
και δεν υπήρχε περίπτωση να τον βοηθήσει.

Το μόνο που μπορούσε να κάνει η Ν  ήταν να κάτσει  μαζί του μέχρι να τους βρουν, αλλά αυτό δεν ήταν και τόσο μεγάλη βοήθεια.
 Ίσως αν  πέθαινε κι αυτός,  θα μπορούσε να της  εξηγήσει τι ήταν όλο αυτό που συνέβη σήμερα,  και η Ν θα προσπαθούσε  να τον παρηγορήσει….αλλά ο κύριος Βλαδίμηρος δεν έμοιαζε έτοιμος να κάνει την μετάβαση .

Η Ν δεν ένιωθε λύπη που πέθανε.Δεν ένιωθε  γενικότερα.
Είχε μια περίεργη αίσθηση , πρωτόγνωρη …που αν μπορούσε να την περιγράψει θα έλεγε πως ήταν  ο συνδυασμός μιας  υπέρτατης  εντερικής κένωσης που δεν αφήνει ίχνος τοξίνης στον οργανισμό , μαζί με τον πιο εκρηκτικό οργασμό που σε  τήζει και σε πήζει δημιουργώντας παράλληλα σύμπαντα από σένα σε σένα.
Κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
Πρωτόγνωρο και συνεχές.

Δεν άργησαν να τους βρουν .Τον κύριο Βλαδίμηρο τον πήραν πρώτο.
Την Ν την  σκέπασαν με ένα σεντόνι και την  μάζεψαν αρκετή ώρα αργότερα.

Η Ν δεν αποχαιρέτησε τον κύριο Βλαδίμηρο και δεν τον ξαναείδε ποτέ.
Επόμενο μιας και αυτός είναι οριζοντιωμένος σε κάποιο όροφο για ζωντανούς
 και η Ν στο παγωμένο συρτάρι της στο υπόγειο.

Η Ν άκουσε  όλες τις   θεωρίες  των γειτόνων της γύρω από το περιστατικό, όσο περίμενε την νεκροφόρα.
  
Ήρθαν και τα κανάλια. Η Ν πρωταγωνίστρια  στα δελτία, όχι σαν αυτόπτης μαρτυράς αλλά σαν Θύμα και μάλιστα νεκρό .
  
Μίλησαν όλοι με τα καλύτερα λόγια για αυτήν , άλλοι με ζέση και άλλοι πιο τυπικά. Σίγουρα η Ν δεν θα παραπονιόταν για αυτό ,  αλλά  ήταν σίγουρη ότι κανείς δεν αντιλήφθηκε  για ποιο λόγο πέθανε εκείνη την μέρα .
Όλοι πίστευαν ότι η απερισκεψία της  να επέμβει  σε ένα γεγονός που δεν την  αφορούσε , την  σκότωσε.
 Αλλά κάνουν λάθος .
 Το έβλεπε τόσο ξεκάθαρα μέσα στο μόνιμο οργασμοχέσιμο που είχε  περιέλθει.
 Είχε πολύ ώρα να τα σκεφτεί όλα αυτά ξαπλωμένη μέσα στο κρύο  συρτάρι  περιμένοντας κάποιον από τους παγερά παθιασμένους εραστές της.
 
Ναι  απέκτησε τρεις εραστές τις δυο ημέρες ήταν στο νεκροτομείο!
Δυο νοσοκόμους και έναν επιστάτη.
Είναι τρεις εραστές παραπάνω απ’ ότι είχε  τα τελευταία δέκα χρόνια!
Σίγουρα θα το θεωρούσε δικαίωση. 
Πάντα πίστευε ότι ήταν γεννημένη για μεγάλα και ανομολόγητα πάθη, και ας μη τα δοκίμασε ποτέ εν ζωή.

Ίσως τελικά  αν η Ν μπορούσε να μιλήσει  θα έλεγε  τα εξής
Έχω δυο νέα να μοιραστώ!
Ένα καλό και ένα καλύτερο!

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Καθημερινές ιστορίες.



 
Feltekenyseg-gelosia

 


Ο  Γ. δεν απασχολούσε την γειτονία ποτέ.
    Δεν είχε γίνει ποτέ πρώτη είδηση .
Ήταν   μάλλον κομπάρσος  των γεγονότων 
 χωρίς σπουδαίες ατάκες στο έργο της καθημερινότητας.
   Ήσυχος,  παντρεμένος χρόνια με την ιδία γυναίκα,  
χωρίς παιδιά, και χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί 
για τη θέση πάρκινγκ που όλο του τρώγανε.
Προσπαθούσε  ανεπιτυχώς τις περισσότερες φορές
 να αποφύγει  να πει καλημέρα στους γειτόνους.
Δεν ήθελε πολλά πολλά  μαζί τους .
Τον κούραζαν.
  
    Τους  χάζευαν με την γυναίκα του όταν πίναν καφέ στο μπαλκόνι.
Και πίναν καφέ πάντα στο μπαλκόνι  τα απογεύματα.
 Και με κρύο και με ζέστη. 
 Κάπνιζαν και χασκογελούσαν.

Ο Γ. απέκτησε τη λάμψη μελαγχολικού  αστέρα
 όταν μαθεύτηκε το νέο της αρρώστιας της γυναίκας του ,
 και το στίγμα του τρελού όταν αυτή πέθανε.

Οι γείτονες δεν  αντιλήφθηκαν αμέσως ότι  η γυναίκα έλειπε…
το βαρετό χοροθέατρο νοικοκυροσύνης
 που παιζόταν καθημερινά δεν έμοιαζε να έχει απουσίες.

Ο θόρυβος από το τίναγμα των χαλιών δεν ήταν μειωμένος…
Τα μπαλκόνια σαπουνιζόταν και ξερνούσαν 
μέσα από λούκια την ίδια ποσότητα αφρών στον δρόμο…
Τα ρούχα γέμιζαν τα σχοινιά και σου έκοβαν την θέα
 και τον αέρα που έζεχνε 
απορρυπαντικά…
μαλακτικά…
και ψυχαναγκασμό…
Σακούλες  από σουπερμάρκετ ανέβαιναν σκάλες  γεμάτες  
τυριά, αλεύρια, κρέατα, μπισκότα,
 και τις ξανακατέβαιναν γεμάτες
 κρεμμυδόφλουδες, αποτσίγαρα και σκατόχαρτα
  για να στοιβαχτούν πάντα δίπλα και ποτέ μέσα στον κάδο σκουπιδιών.

Το καμπανάκι συναγερμού χτύπησαν οι καθημερινές επισκέψεις στο σπίτι
μιας στρουμπουλής ξανθιάς με βαμμένα έντονα κόκκινα νύχια και χείλια.
Καθόταν πάντα ώρες στο σπίτι και έβγαινε στο μπαλκόνι για να καπνίσει .
 Πάντα μόνη της, χωρίς την παρέα της ιδιοκτήτριας.
Αυτός ο στρουμπουλός  ξανθός όγκος κατάφερε
 να κάνει εμφανή την απουσία της γυναίκας από την γειτονία.

-Που είναι η τέτοια;;
-Από πότε έχεις να την δεις;;
-Τον παράτησε;;;
- Έδιωξε την γυναίκα του και σπίτωσε την χοντρή;;

  Μια μέρα  η κυρά Κ που την έτρωγε η περιέργεια περισσότερο από όλους
σταμάτησε την στρουμπουλή ξανθιά στη είσοδο και την ρώτησε

            -Σε βλέπω κάθε μέρα και μια καλημέρα δεν είπαμε…
Καινούρια γειτόνισσα και να μην ξέρω το όνομα σου;;;

-Όχι απάντησε αυτή…δεν είμαι γειτόνισσα,
 νοσοκόμα είμαι κι έρχομαι για την κυρία τάδε…
είναι άρρωστη…καλπάζων…στα τελευταία της…
καημένος κύριος Γ....
άγιος άνθρωπος…
κάνει κι αυτός ότι μπορεί…
αλλά δεν μπορεί να κάνει και τίποτα…
  
   Αυτό ήταν…
η κυρά Κ. τράβηξε την κουρτίνα από την γειτονία 
και τώρα αυτή μπορούσε να δει την  χρυσόμωβη λάμψη του Γ.
 καθώς γυρνούσε στο σπίτι του.
Καημένος  ήρωας  και οσονούπω  χήρος … 
στην ακμή του…ευκατάστατος 
 και καθόλου άσχημος με όλα του τα μαλλιά και χωρίς παιδιά.

            Ο Γ. ενοχλήθηκε πολύ από την πολυλογία της νοσοκόμας
Δεν άντεχε αυτές τις χειραψίες και τα συγκαταβατικά χαμόγελα των γειτόνων του
Δεν χαμογελούσε ποτέ όταν ευγενικά τους αρνιόταν
 την επίσκεψη  για δουν την άρρωστη .
Δεν τους ήθελε μέσα στο σπίτι του .
Ούτε η άρρωστη τους ήθελε.
Δεν μπορούσε να καταλάβει πως απαιτούσαν να τους κλέψουν  ώρες.
Ώρες που ήταν μετρημένες .
Αυτός δεν τους ενόχλησε ποτέ…δεν απαίτησε τίποτα από αυτούς,
 Ούτε καν την θέση πάρκινγκ που την είχε χρυσοπληρώσει .

            -Θα τελειώσει γρήγορα του έλεγε η άρρωστη και του χάιδευε τα μαλλιά

   Και τελείωσε.
 Δυο μήνες μετά  εμφανίστηκε η κάσα 
στην είσοδο της πολυκατοικίας,
και τα στεφάνια. 
Αυτό έδωσε το ελευθέρας στους γειτόνους 
να κάνουν την απαγορευμένη  επίσκεψη με κάνα δυο κεριά στα χέρια
 και λίγα λουλούδια.

  Ο Γ. καθόταν δίπλα στο φέρετρο και χάιδευε με τον δείχτη τα σταυρωμένα χέρια της πεθαμένης.
 Τα μάτια του ήταν στεγνά…άκλαυτα και άδεια.
Τα χείλια του ήταν πρησμένα και μελανιασμένα. 
Δεν μιλούσε σε κανέναν.

Στα πηγαδάκια που στήθηκαν  για να αντέξουν το ξενύχτι φούντωνε η συζήτηση
Ο νεκροθάφτης  δεν προλάβαινε  να τους διηγείται 
τις παλαβομάρες του χήρου.
Ξανά και ξανά.

-Δεν μας άφησε να ετοιμάσουμε την πεθαμένη.
Ο ίδιος την έπλυνε και την έντυσε με ένα πράσινο φουστάνι και σανδάλια
Που το πράσινο δεν είναι καθόλου πρέπον για την περίσταση
 πόσο μάλλον τα σανδαλια!
Μα είναι δυνατόν να την θάψουν ξυπόλυτη ;;;
Την έντυσε την χτένισε λοιπόν και πήγε στην τουαλέτα

-Ήταν αρκετή ώρα μέσα και ακούγαμε βογγητά και γδούπους   .
Νομίζαμε ότι έκλαιγε…εντάξει φυσιολογικό…άμα δεν κλάψεις και στον θάνατο πότε θα κλάψεις;;;

Όταν άνοιξε η πόρτα και βγήκε τρομάξαμε..

Ήταν γεμάτος αίματα και στο ένα χέρι κρατούσε  ένα σφυρί ματωμένο και στο άλλο τα δόντια του.
-Ναι σου λέω…έσπασε τα δόντια του με το σφυρί.

" Τα δόντια είναι ο φράχτης της ψυχής. 
Δεν έχω λόγο να την κρατάω μέσα μου πια….
την άφησα να φύγει."

-Έτσι μας είπε και πήγε και έχωσε τα  σπασμένα δόντια στην τσέπη της νεκρής.
-Ναι αλήθεια…δεν βλέπεις την μούρη του πως είναι χτυπημένη;;;
-Από εκείνη την ώρα δεν λέει κουβέντα. 
Χαμένα  τα έχει ο άνθρωπος.
Τον αφήσαμε και μόνο με την πεθαμένη…
που να το φανταστούμε…
ποιος ξέρει τι άλλο της  έκανε…
τέλειωνε ο νεκροθάφτης με ένα χαμόγελο που άφηνε να εννοηθούν πολλά.


 Η χρυσομώβ αύρα του Γ. εξαφανίστηκε εντελώς.

Δεν ήταν πια μια καλή πιασιά για κόρες...
ξαδέρφες…και ζωντοχήρες κουμπάρες…
ήταν ο τρελός με τα σπασμένα δόντια  
και μάλλον νεκρόφιλος χήρος…
που σίγουρα παρακαλούσε να πεθάνει η άρρωστη
 για να ικανοποιήσει τις διαστροφές του.

Ο Γ. δεν έδειχνε να νοιάζεται καθόλου για αυτά
 που έλεγαν πίσω από την πλάτη του. 
Μετά την κηδεία δεν ξαναπήγε ποτέ στο νεκροταφείο
 να ανάψει ένα κεράκι ή να καθαρίσει τον τάφο .
Μοίρασε όλα τα ρούχα  της πεθαμένης  από πόρτα σε πόρτα, λέγοντας τους παραλήπτες

   "Να τα φοράτε…να βγαίνουν στον ήλιο… 
να χαδεύονται…
να τα φοράτε και σε γλέντια…
πάντα τους άρεσε η μουσική…"
Αυτή του η πράξη  επαλήθευσε την διάγνωση ότι είναι τρελός…
όλοι τον απέφευγαν…
μέσα σε τρεις μήνες δεν του έλεγε κανένας καλημέρα.

 Ο Γ. δεν ήταν πια ούτε κομπάρσος, είχε γίνει ντεκόρ.
   Μετά από καμία πενταετία από το θάνατο της άρρωστης   
εγκαταστάθηκε μαζί του μια γυναίκα  παράταιρη μάλλον στην γειτονία.
Και φυσικά…τι θα μπορούσε να βρει ο τρελός;;;

Καθόταν  μαζί και πίνανε καφέ τα απογεύματα στο μπαλκόνι  αμίλητοι και αγέλαστοι.
Αυτός  πάντα είχε ακουμπισμένο το χέρι του πάνω στο γόνατο της.

                 Ο Γ. δεν έφτιαξε τα δόντια του ποτέ