Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Καθημερινές ιστορίες.



 
Feltekenyseg-gelosia

 


Ο  Γ. δεν απασχολούσε την γειτονία ποτέ.
    Δεν είχε γίνει ποτέ πρώτη είδηση .
Ήταν   μάλλον κομπάρσος  των γεγονότων 
 χωρίς σπουδαίες ατάκες στο έργο της καθημερινότητας.
   Ήσυχος,  παντρεμένος χρόνια με την ιδία γυναίκα,  
χωρίς παιδιά, και χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί 
για τη θέση πάρκινγκ που όλο του τρώγανε.
Προσπαθούσε  ανεπιτυχώς τις περισσότερες φορές
 να αποφύγει  να πει καλημέρα στους γειτόνους.
Δεν ήθελε πολλά πολλά  μαζί τους .
Τον κούραζαν.
  
    Τους  χάζευαν με την γυναίκα του όταν πίναν καφέ στο μπαλκόνι.
Και πίναν καφέ πάντα στο μπαλκόνι  τα απογεύματα.
 Και με κρύο και με ζέστη. 
 Κάπνιζαν και χασκογελούσαν.

Ο Γ. απέκτησε τη λάμψη μελαγχολικού  αστέρα
 όταν μαθεύτηκε το νέο της αρρώστιας της γυναίκας του ,
 και το στίγμα του τρελού όταν αυτή πέθανε.

Οι γείτονες δεν  αντιλήφθηκαν αμέσως ότι  η γυναίκα έλειπε…
το βαρετό χοροθέατρο νοικοκυροσύνης
 που παιζόταν καθημερινά δεν έμοιαζε να έχει απουσίες.

Ο θόρυβος από το τίναγμα των χαλιών δεν ήταν μειωμένος…
Τα μπαλκόνια σαπουνιζόταν και ξερνούσαν 
μέσα από λούκια την ίδια ποσότητα αφρών στον δρόμο…
Τα ρούχα γέμιζαν τα σχοινιά και σου έκοβαν την θέα
 και τον αέρα που έζεχνε 
απορρυπαντικά…
μαλακτικά…
και ψυχαναγκασμό…
Σακούλες  από σουπερμάρκετ ανέβαιναν σκάλες  γεμάτες  
τυριά, αλεύρια, κρέατα, μπισκότα,
 και τις ξανακατέβαιναν γεμάτες
 κρεμμυδόφλουδες, αποτσίγαρα και σκατόχαρτα
  για να στοιβαχτούν πάντα δίπλα και ποτέ μέσα στον κάδο σκουπιδιών.

Το καμπανάκι συναγερμού χτύπησαν οι καθημερινές επισκέψεις στο σπίτι
μιας στρουμπουλής ξανθιάς με βαμμένα έντονα κόκκινα νύχια και χείλια.
Καθόταν πάντα ώρες στο σπίτι και έβγαινε στο μπαλκόνι για να καπνίσει .
 Πάντα μόνη της, χωρίς την παρέα της ιδιοκτήτριας.
Αυτός ο στρουμπουλός  ξανθός όγκος κατάφερε
 να κάνει εμφανή την απουσία της γυναίκας από την γειτονία.

-Που είναι η τέτοια;;
-Από πότε έχεις να την δεις;;
-Τον παράτησε;;;
- Έδιωξε την γυναίκα του και σπίτωσε την χοντρή;;

  Μια μέρα  η κυρά Κ που την έτρωγε η περιέργεια περισσότερο από όλους
σταμάτησε την στρουμπουλή ξανθιά στη είσοδο και την ρώτησε

            -Σε βλέπω κάθε μέρα και μια καλημέρα δεν είπαμε…
Καινούρια γειτόνισσα και να μην ξέρω το όνομα σου;;;

-Όχι απάντησε αυτή…δεν είμαι γειτόνισσα,
 νοσοκόμα είμαι κι έρχομαι για την κυρία τάδε…
είναι άρρωστη…καλπάζων…στα τελευταία της…
καημένος κύριος Γ....
άγιος άνθρωπος…
κάνει κι αυτός ότι μπορεί…
αλλά δεν μπορεί να κάνει και τίποτα…
  
   Αυτό ήταν…
η κυρά Κ. τράβηξε την κουρτίνα από την γειτονία 
και τώρα αυτή μπορούσε να δει την  χρυσόμωβη λάμψη του Γ.
 καθώς γυρνούσε στο σπίτι του.
Καημένος  ήρωας  και οσονούπω  χήρος … 
στην ακμή του…ευκατάστατος 
 και καθόλου άσχημος με όλα του τα μαλλιά και χωρίς παιδιά.

            Ο Γ. ενοχλήθηκε πολύ από την πολυλογία της νοσοκόμας
Δεν άντεχε αυτές τις χειραψίες και τα συγκαταβατικά χαμόγελα των γειτόνων του
Δεν χαμογελούσε ποτέ όταν ευγενικά τους αρνιόταν
 την επίσκεψη  για δουν την άρρωστη .
Δεν τους ήθελε μέσα στο σπίτι του .
Ούτε η άρρωστη τους ήθελε.
Δεν μπορούσε να καταλάβει πως απαιτούσαν να τους κλέψουν  ώρες.
Ώρες που ήταν μετρημένες .
Αυτός δεν τους ενόχλησε ποτέ…δεν απαίτησε τίποτα από αυτούς,
 Ούτε καν την θέση πάρκινγκ που την είχε χρυσοπληρώσει .

            -Θα τελειώσει γρήγορα του έλεγε η άρρωστη και του χάιδευε τα μαλλιά

   Και τελείωσε.
 Δυο μήνες μετά  εμφανίστηκε η κάσα 
στην είσοδο της πολυκατοικίας,
και τα στεφάνια. 
Αυτό έδωσε το ελευθέρας στους γειτόνους 
να κάνουν την απαγορευμένη  επίσκεψη με κάνα δυο κεριά στα χέρια
 και λίγα λουλούδια.

  Ο Γ. καθόταν δίπλα στο φέρετρο και χάιδευε με τον δείχτη τα σταυρωμένα χέρια της πεθαμένης.
 Τα μάτια του ήταν στεγνά…άκλαυτα και άδεια.
Τα χείλια του ήταν πρησμένα και μελανιασμένα. 
Δεν μιλούσε σε κανέναν.

Στα πηγαδάκια που στήθηκαν  για να αντέξουν το ξενύχτι φούντωνε η συζήτηση
Ο νεκροθάφτης  δεν προλάβαινε  να τους διηγείται 
τις παλαβομάρες του χήρου.
Ξανά και ξανά.

-Δεν μας άφησε να ετοιμάσουμε την πεθαμένη.
Ο ίδιος την έπλυνε και την έντυσε με ένα πράσινο φουστάνι και σανδάλια
Που το πράσινο δεν είναι καθόλου πρέπον για την περίσταση
 πόσο μάλλον τα σανδαλια!
Μα είναι δυνατόν να την θάψουν ξυπόλυτη ;;;
Την έντυσε την χτένισε λοιπόν και πήγε στην τουαλέτα

-Ήταν αρκετή ώρα μέσα και ακούγαμε βογγητά και γδούπους   .
Νομίζαμε ότι έκλαιγε…εντάξει φυσιολογικό…άμα δεν κλάψεις και στον θάνατο πότε θα κλάψεις;;;

Όταν άνοιξε η πόρτα και βγήκε τρομάξαμε..

Ήταν γεμάτος αίματα και στο ένα χέρι κρατούσε  ένα σφυρί ματωμένο και στο άλλο τα δόντια του.
-Ναι σου λέω…έσπασε τα δόντια του με το σφυρί.

" Τα δόντια είναι ο φράχτης της ψυχής. 
Δεν έχω λόγο να την κρατάω μέσα μου πια….
την άφησα να φύγει."

-Έτσι μας είπε και πήγε και έχωσε τα  σπασμένα δόντια στην τσέπη της νεκρής.
-Ναι αλήθεια…δεν βλέπεις την μούρη του πως είναι χτυπημένη;;;
-Από εκείνη την ώρα δεν λέει κουβέντα. 
Χαμένα  τα έχει ο άνθρωπος.
Τον αφήσαμε και μόνο με την πεθαμένη…
που να το φανταστούμε…
ποιος ξέρει τι άλλο της  έκανε…
τέλειωνε ο νεκροθάφτης με ένα χαμόγελο που άφηνε να εννοηθούν πολλά.


 Η χρυσομώβ αύρα του Γ. εξαφανίστηκε εντελώς.

Δεν ήταν πια μια καλή πιασιά για κόρες...
ξαδέρφες…και ζωντοχήρες κουμπάρες…
ήταν ο τρελός με τα σπασμένα δόντια  
και μάλλον νεκρόφιλος χήρος…
που σίγουρα παρακαλούσε να πεθάνει η άρρωστη
 για να ικανοποιήσει τις διαστροφές του.

Ο Γ. δεν έδειχνε να νοιάζεται καθόλου για αυτά
 που έλεγαν πίσω από την πλάτη του. 
Μετά την κηδεία δεν ξαναπήγε ποτέ στο νεκροταφείο
 να ανάψει ένα κεράκι ή να καθαρίσει τον τάφο .
Μοίρασε όλα τα ρούχα  της πεθαμένης  από πόρτα σε πόρτα, λέγοντας τους παραλήπτες

   "Να τα φοράτε…να βγαίνουν στον ήλιο… 
να χαδεύονται…
να τα φοράτε και σε γλέντια…
πάντα τους άρεσε η μουσική…"
Αυτή του η πράξη  επαλήθευσε την διάγνωση ότι είναι τρελός…
όλοι τον απέφευγαν…
μέσα σε τρεις μήνες δεν του έλεγε κανένας καλημέρα.

 Ο Γ. δεν ήταν πια ούτε κομπάρσος, είχε γίνει ντεκόρ.
   Μετά από καμία πενταετία από το θάνατο της άρρωστης   
εγκαταστάθηκε μαζί του μια γυναίκα  παράταιρη μάλλον στην γειτονία.
Και φυσικά…τι θα μπορούσε να βρει ο τρελός;;;

Καθόταν  μαζί και πίνανε καφέ τα απογεύματα στο μπαλκόνι  αμίλητοι και αγέλαστοι.
Αυτός  πάντα είχε ακουμπισμένο το χέρι του πάνω στο γόνατο της.

                 Ο Γ. δεν έφτιαξε τα δόντια του ποτέ