Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Καθημερινές Ιστορίες 2


ph. stanley kubrick




Αν η Ν μπορούσε να μιλήσει σίγουρα θα  έλεγε  τα εξής

-Έχω δυο νέα να μοιραστώ!
 Ένα καλό και ένα κακό.
 Το καλό είναι ότι υπάρχει ζωή ( ή κάτι τέτοιο) μετά θάνατο.
 Το κακό είναι ότι η νεκροφιλία είναι περισσότερο διαδεδομένη απ’ ότι  υποπτευόμουν!

Αλλά  η Ν δεν μπορεί να μιλήσει γιατί είναι νεκρή.
Πάντα  ήταν  σίγουρη ότι θα πέθαινε, αλλά ειλικρινά 
δεν περίμενε ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί...
όχι  με αυτόν τον τρόπο…και σίγουρα όχι γι αυτό τον λόγο!


Όλα ξεκίνησαν το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου
 Κόντευε κιόλας 11,  η Ν είχε  κάνει ήδη τα αντεράκια   
και τις συκωταριές 3 νερά και τα άφησε να μουλιάσουν 
 σε νερό με ξύδι ,για να φύγει η προβατίλα,
 όταν συνειδητοποίησε ότι για μια ώρα θα έπρεπε να κάθεται 
στο τραπέζι της κουζίνας και να κοιτάει  την λεκάνη με τα εντόσθια.

Η ιδέα της ξεκούρασης  της  έμοιαζε  πάντα ελκυστική, αλλά ποτέ δεν της άρεσε.
Άνηκε  σε εκείνη την κατηγορία γυναικών που λαχταρούν την ηρεμία αλλά την κρατούν πάντα ως λαχταρά.
Οριοθετούσε    τις μέρες και τους χώρους, με πιεστικές δουλειές, χέρια γεμάτα σαπούνια, λάδια,  ζυμάρια,  χώματα,  φακέλους για την εφορεία, λογαριασμούς προς εξόφληση.
Πολυάσχολη  και έψαχνε  πάντα τρόπους να γίνει ακόμα περισσότερο.

Όταν άδειαζαν τα χέρια της,   γέμιζαν τα δωμάτια με σκέψεις που  της  κάρφωναν την θλίψη στο στήθος, παρέα με  μια γλοιώδη υγρασία που έκανε το δέρμα της να σουφρώνει και να μοιάζει με γλιτσιασμένη σταφίδα.
Τις  απέφευγε τις σκέψεις, προτιμούσε τα γεμάτα χέρια, το θεωρούσε πιο υγειές.

Είχε καλές σχέσεις  και πάντα τις καλύτερες προθέσεις με όλους στην γειτονιά.
Συμπαθητική  αλλά δυστυχώς ανύπαντρη και αισίως 42, δεν χρειάστηκε ποτέ να δουλέψει.
Εισέπραττε τα ενοίκια από δυο διαμερίσματα.

Αποφάσισε να σκουπίσει  την είσοδο της πολυκατοικίας.

Ήταν   σίγουρη ότι δεν θα περνούσε   άνθρωπος μέχρι το βράδυ ..
Φέτος το Πάσχα έπεσε αργά και η ζέστη  μαζί με τον δύσκολο χειμώνα που πέρασε τους είχε στείλει όλους στα χωριά τους ή τουλάχιστον σε ένα φιλικό εξοχικό.
Την γυάλισε σαν καθρέπτη και  μοσχομύριζε σαπουνιστική φρεσκάδα.

Μόλις είχε μπει στην κουζίνα της  και ψιλόκοβε τον άνηθο  όταν άκουσε φασαρία από την είσοδο.
            -Πάει,  κάποιος την έφαγε την γλίστρα από τις σαπουνάδες, σκέφτηκε.

Έτρεξε στην εξώπορτα και προσπάθησε να δει  από το ματάκι της πόρτας 
ποιος ήταν ο τυχερός πεσόντας
Βρισίδια και χαστουκιά ακουγόταν αλλά δεν μπορούσε να  δει  τίποτα.

-Βρωμορώσε…  πουστόγερε...κατέβασε τα χέρια σου γαμημένε…φοβάσαι;;
Τι φοβάσαι ρε;;
Μη σου πάρω τις μπανάνες;;
Οι μπανάνες είναι πούστικο φρούτο, για τον κώλο σου τις πήρες;;
 ξεχώρισε  μια  αγριεμένη φωνή

-Ναι ρε μαλάκα τις τσιμπουκώνει και μετά τις χώνει στον κώλο του
 χαχάνισε μια άλλη

            -Μη σας παρακαλώ,  έκλαιγε μια τρίτη, να πάρτες δεν τις θέλω

            -Είμαι ζήτουλας νομίζεις;;
             αυτό νομίζεις κωλόγερε;;
             είπε η πρώτη φωνή.

            -Όχι όχι κλαψούριζε αυτός…δεν είσαι ζητιάνος παιδί μου…σε παρακαλώ

            -και τι νομίζεις ότι είμαι κλεφτής;;
            ήρθες εσύ και με έκανες κλέφτη;;
            εε ρε σου μιλάω …κλέφτης είμαι;;

            -όχι αγόρι μου σε παρακαλώ πες μου τι θέλεις..

            -να γαμηθείς και να σκάσεις θέλω…αυτό θέλω..

Αναγνώρισε  την κλαψιάρικη φωνή .
Ήταν ο κύριος Βλαδίμηρος. Ο κύριος Βλαδίμηρος έμενε στον τέταρτο μαζί με την αδερφή του.
Συνταξιούχος δάσκαλος μουσικής, ομογενής από την Ρωσία,
 ευγενέστατος και πάντα περιποιημένος, με το καπελάκι του και το χαμόγελο,
 δεν   αργούσε ούτε λεπτό το ενοίκιο στην Ν.

 Άρπαξε αμέσως το τηλέφωνο για να καλέσει βοήθεια .
Κολλημένη  στο ματάκι της πόρτας άρχισα να πληκτρολογεί το νούμερο της αστυνομίας  όταν το σπρωξίδι και τα χαστούκια κέντραραν σιγά σιγά το θέαμα στο οπτικό της  πεδίο.

Η φωνή που κλαψούριζε άνηκε στον κύριο Βλαδίμηρο,  όπως είχε  σωστά μαντέψει . Δυστυχώς όμως και  οι υπόλοιποι δεν της ήταν άγνωστοι.

Η αγριεμένη και η χαχανιστη φωνή  άνηκαν στα αγόρια της Φρόσως της χήρας από την γωνιακή μονοκατοικία.
Υπήρχε και μια  τέταρτη  φιγούρα  που παρέμενε  αμίλητη, ήταν ο Γιωργάκης  15 χρονών  που  μέχρι τα 5 του  τον πρόσεχε η Ν,   όταν οι γονείς του έτρεχαν αξημέρωτα στις λαϊκές να πουλήσουν την πραμάτεια τους .

Σταμάτησε να πατάει  τα νούμερα .
Το χέρι της  γλίστρησε στο πλάι σφίγγοντας το ακουστικό .
Δεν μπορούσε να καταλάβει αυτό που έβλεπε .
Ένοιωθε μουδιασμένη.

Ο γέρος  στριμωγμένος στον απέναντι τοίχο ήταν τόσο τρομαγμένος
 που ούτε κουνιόταν, ούτε φώναζε, μόνο  έσφιγγε  στην αγκαλιά του
 μια σακούλα με μπανάνες και 2 κουτιά γάλα.
 Κοιτούσε τα παιδιά με την σειρά και  εφάρμοζε τους κανόνες του καλού διαλόγου . 
Δεν διέκοπτε ποτέ τους συνομιλητές του, και απαντούσε πάντα στις ερωτήσεις τους όσο πιο λογικά και συγκεκριμένα  μπορούσε. 
  
Αν απομόνωνες το διάλογο και  ξεχνούσες την εικόνα ήταν
πραγματικά διασκεδαστικός.
Θα μπορούσε να σταθεί άνετα σε ένα κωμικό έργο.
Αυτή η λογική προσαρμογή δεν  επέτρεπε στον κύριο Βλαδίμηρο  να αντιληφθεί,  ότι  σε αυτή την ιστορία,  το χάπι έντ …δεν του κρατούσε θέση.
  
Τα αδέρφια  κρατούσαν τον γέρο κολλημένο στον τοίχο αλλά μόνο ο ένας τον χτυπούσε.Τα χαστούκια είχαν γίνει γροθιές.

-Βάλτου την μπανάνα στο στόμα να μας δείξει πως τσιμπουκώνει
 είπε ο χαχανιστός αδερφός.

Ο αγριεμένος άρπαξε την σακούλα από την σφικτή αγκαλιά του κυρίου Β έκοψε μια μπανάνα και του την έχωσε στο στόμα .
Πέταξε την σακούλα που χτύπησε πάνω στην πόρτα της  Ν.  με δύναμη.
Αυτό την  έκανε   να αναπηδήσει .

Τα αδέρφια γελούσαν καθώς ο ένας τον χτυπούσε και ο άλλος του έχωνε την μπανάνα στο στόμα.

            - Οχι δόντι κωλόγερε… ρουφά την όλη…γλώσσα τώρα…
           
Ο Γιωργάκης κοιτούσε αμέτοχος καθώς ο κύριος  Βλαδίμηρος   διπλωνόταν από τις γροθιές. Παρέμεινε αμέτοχος  ακόμα κι όταν οι γροθιές έγιναν κλωτσιές στον πεσμένο πια κύριο Βλαδίμηρο .

Ο γέρος ήταν πεσμένος μπρούμυτα  και τα αδέρφια τον κλωτσούσαν 
με μανία σε όλο του το σώμα. 
Ο χαχανιστός αδερφός πήρε τα χαρτόκουτα με το γάλα και τον χτύπησε στο κεφάλι μέχρι που έσκασαν. 
Το χυμένο γάλα γύρω από το κεφάλι του Β σχημάτισε  ένα αλλόκοτο υπερμεγέθη υδαρή φωτοστέφανο με ροζ πιτσιλιές και απαλούς κυματισμούς. 
Τα αδέρφια  σταμάτησαν να τον χτυπούν και τον κοιτούσαν λαχανιασμένα με μάτια που γυάλιζαν από την διέγερση.
 Ο γέρος  δεν κουνιόταν μόνο ανοιγόκλεινε  τα μάτια του.

            -Πάρτου το πορτοφόλι,  διέταξε τον Γιωργάκη , ο αγριεμένος.

Η Ν δεν κατάλαβε  πως άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω.
Το μόνο που πρόλαβε να πει ήταν ένα «μη» το οποίο έγινε μια μακρόσυρτη κραυγή καθώς έπεφτε από τον συνδυασμό υγρής σαπουνάδας, ζουπιγμένης μπανάνας και φθαρμένου τακουνιού από το τσόκαρο.

Η κραυγή κόπηκε απότομα από το κρακ του σβέρκου που έσπαγε.
Ήταν  περίεργη η αίσθηση.
Να πέφτεις ενώ ταυτόχρονα  νιώθεις ότι ανυψώνεσαι. 
Βρέθηκε όρθια στα πόδια της μόλις προσγειώθηκε με θόρυβο στο πάτωμα.
Βρέθηκε όρθια όχι ακριβώς αυτή…κάτι από αυτήν, το σώμα της ήταν φαρδύ πλατύ απλωμένο στο πάτωμα με γουρλωμένα μάτια και φορώντας ένα τσόκαρο.
Το άλλο είχε εκσφενδονιστεί πάνω στον χαχανιστό αδερφό.

Αυτό ακινητοποίησε  τους πάντες  για μερικά δευτερόλεπτα.

Ο Γιωργάκης  ψύχραιμος και σβέλτος  έβγαλε το πορτοφόλι από την τσέπη του γέρου και  χωρίς να διστάσει,   πήρε την πρωτοβουλία να του ξεκουμπώσει και  να του τραβήξει το παντελόνι και το βρακί μέχρι τα γόνατα.

            -Ωραίος ο μικρός! του είπε ο αγριεμένος και του χάιδεψε τα μαλλιά

Ο Γιωργάκης δέχτηκε το χάδι με ανακούφιση και καμάρι.
Έχωσε το πορτοφόλι του γέρου, στην τσέπη του και εξαφανίστηκαν  οι τρεις τους στον άδειο δρόμο. 
Ο κύριος Βλαδίμηρος  κοιτούσε  την Ν .Δεν μπορούσε να αναπνεύσει, ο κίτρινος αναπνευστήρας-μπανάνα  στο στόμα δεν του το επέτρεπε. 
Ανοιγόκλεινε τα μάτια του σε ένα απεγνωσμένο σινιάλο sos
Δεν είχε καταλάβει ότι η Ν είχε αλλάξει πια διάσταση,
και δεν υπήρχε περίπτωση να τον βοηθήσει.

Το μόνο που μπορούσε να κάνει η Ν  ήταν να κάτσει  μαζί του μέχρι να τους βρουν, αλλά αυτό δεν ήταν και τόσο μεγάλη βοήθεια.
 Ίσως αν  πέθαινε κι αυτός,  θα μπορούσε να της  εξηγήσει τι ήταν όλο αυτό που συνέβη σήμερα,  και η Ν θα προσπαθούσε  να τον παρηγορήσει….αλλά ο κύριος Βλαδίμηρος δεν έμοιαζε έτοιμος να κάνει την μετάβαση .

Η Ν δεν ένιωθε λύπη που πέθανε.Δεν ένιωθε  γενικότερα.
Είχε μια περίεργη αίσθηση , πρωτόγνωρη …που αν μπορούσε να την περιγράψει θα έλεγε πως ήταν  ο συνδυασμός μιας  υπέρτατης  εντερικής κένωσης που δεν αφήνει ίχνος τοξίνης στον οργανισμό , μαζί με τον πιο εκρηκτικό οργασμό που σε  τήζει και σε πήζει δημιουργώντας παράλληλα σύμπαντα από σένα σε σένα.
Κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
Πρωτόγνωρο και συνεχές.

Δεν άργησαν να τους βρουν .Τον κύριο Βλαδίμηρο τον πήραν πρώτο.
Την Ν την  σκέπασαν με ένα σεντόνι και την  μάζεψαν αρκετή ώρα αργότερα.

Η Ν δεν αποχαιρέτησε τον κύριο Βλαδίμηρο και δεν τον ξαναείδε ποτέ.
Επόμενο μιας και αυτός είναι οριζοντιωμένος σε κάποιο όροφο για ζωντανούς
 και η Ν στο παγωμένο συρτάρι της στο υπόγειο.

Η Ν άκουσε  όλες τις   θεωρίες  των γειτόνων της γύρω από το περιστατικό, όσο περίμενε την νεκροφόρα.
  
Ήρθαν και τα κανάλια. Η Ν πρωταγωνίστρια  στα δελτία, όχι σαν αυτόπτης μαρτυράς αλλά σαν Θύμα και μάλιστα νεκρό .
  
Μίλησαν όλοι με τα καλύτερα λόγια για αυτήν , άλλοι με ζέση και άλλοι πιο τυπικά. Σίγουρα η Ν δεν θα παραπονιόταν για αυτό ,  αλλά  ήταν σίγουρη ότι κανείς δεν αντιλήφθηκε  για ποιο λόγο πέθανε εκείνη την μέρα .
Όλοι πίστευαν ότι η απερισκεψία της  να επέμβει  σε ένα γεγονός που δεν την  αφορούσε , την  σκότωσε.
 Αλλά κάνουν λάθος .
 Το έβλεπε τόσο ξεκάθαρα μέσα στο μόνιμο οργασμοχέσιμο που είχε  περιέλθει.
 Είχε πολύ ώρα να τα σκεφτεί όλα αυτά ξαπλωμένη μέσα στο κρύο  συρτάρι  περιμένοντας κάποιον από τους παγερά παθιασμένους εραστές της.
 
Ναι  απέκτησε τρεις εραστές τις δυο ημέρες ήταν στο νεκροτομείο!
Δυο νοσοκόμους και έναν επιστάτη.
Είναι τρεις εραστές παραπάνω απ’ ότι είχε  τα τελευταία δέκα χρόνια!
Σίγουρα θα το θεωρούσε δικαίωση. 
Πάντα πίστευε ότι ήταν γεννημένη για μεγάλα και ανομολόγητα πάθη, και ας μη τα δοκίμασε ποτέ εν ζωή.

Ίσως τελικά  αν η Ν μπορούσε να μιλήσει  θα έλεγε  τα εξής
Έχω δυο νέα να μοιραστώ!
Ένα καλό και ένα καλύτερο!