Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Αυτοκαντάδα



Αυτοκαντάδα κι ετεροκαντάδα σ όλες τις γυναίκες
που κουβάλησαν και έφεραν φυλακτό μπούκοβο,
κανέλα, κι ανατολή
και δεν ακρωτηριάστηκαν μέσα σ' άνοστες
πολιτικά ορθές νερόσουπες και μυτζήθρες
καθηλωμένες στα στενά παπούτσια της δύσης
Τάισαν γιους και κόρες με ψυχή ολόκληρη κι οικουμενική
διωγμένη απ' αλλού να ρθει να ματώσει εδώ.
Κοσμοπολίτισσα και μισητή
Παστρικιά και ξένη
Κατηγορούμενη και λατρεμένη.
Τώρα που νέκρωσε η μύτη μας από
την αφομοίωση και τα τσιμέντα
και το στόμα μας ξέμαθε από λέξεις
μπαχάρια και ρακές
ψάχνουμε να βρούμε ψυχή και φως
στο δρόμο με κλειστά τα μάτια κι αφτιά,
χωρίς να ψάξουμε στις τσέπες,
τι μας ράψαν μέσα οι γιαγιάδες, συντροφιά κι έκπληξη.
Κι η έκπληξη της μέρας πάντα κρύβεται στην ανατολή.
Η δύση είναι το επακόλουθο.