Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Τιμολέων.


ph. Andrew Lyman




Ο Τ χάζευε στον διάδρομο με τις σοκολάτες
Η λίστα με τα ψώνια του είχε αριθμημένα 3 πράγματα αλλά ο Τ
ηδονιζόταν με την ιδέα να την ξεγελάσει και να χώσει στο καλάθι του
κάτι παραπάνω.
Φασαρία από κουτιά που γκρεμίζονται τράβηξε την προσοχή του
Γυρίζοντας είδε  την γυναίκα που προσπαθούσε να τα μαζέψει,
αναψοκοκκινισμένη να του χαμογελάει αμήχανα.
Ο Τ. ανταπέδωσε και αποφεύγοντας  τον πειρασμό 
άφησε  2 πλάκες σοκολάτας  στο ράφι.
Περιπλανήθηκε άσκοπα στους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ για λίγη ώρα,
και όταν έφτασε στο ταμείο
 η αδέξια γυναίκα βρισκόταν μπροστά  του στη σειρά.
Πλησίασε μάλλον παραπάνω από ότι θα έπρεπε
και ένιωσε τα μακριά της μαλλιά να του γαργαλάν το μπράτσο.
Ήταν μαύρα , γυαλιστερά και εντυπωσιακά ίσια.
Έσκυψε ανεπαίσθητα  έτσι που η μυρωδιά της τρύπωσε στα ρουθούνια του
Καμένη Ζάχαρη σκέφτηκε και χαμογέλασε.

Ο καιρός δεν είχε χαλάσει ακόμα αν και μέσα Δεκέμβρη 
και ο Τ. απολάμβανε κάθε ευκαιρία που του δινόταν για περπάτημα.
Καθάριζε το μυαλό του έτσι.
Περπατούσε και χαμογελούσε κουνώντας την σακούλα με τα ψώνια
 σαν παιδάκι που γυρνάει από το σχολείο.
Η Καμένη ζάχαρη του έφερε  ένα γλυκό μυρμήγκιασμα στο σβέρκο
Και μια αδημονία στο στομάχι που τον έκανε να θέλει να τραγουδήσει.

Πρόλαβε την πόρτα της εισόδου προτού κλείσει.
Την κράτησε  ανοιχτή για μερικά εκατοστά έτσι ώστε  να βλέπει την γυναίκα 
που κοντοστεκόταν και ξεδιάλεγε τους φακέλους 
που είχε πετάξει ο ταχυδρόμος στην είσοδο.  
Γλίστρησε αθόρυβα και σβέλτα πίσω της και με μια κίνηση την έπιασε από το σβέρκο και την  πέταξε με δύναμη στον τοίχο.
Αυτή  μισοζαλισμένη έκανε ένα δυο βήματα και σωριάστηκε στο δάπεδο.
Ο Τ.  ακούμπησε την σακούλα του κάτω, 
 και την έστησε στα τέσσερα.
Η καμένη ζάχαρη  κάτι πήγε να ψελλίσει αλλά μονό φθόγγοι βγήκαν από το στόμα της
Ο  Τ. την καβάλησε σαν αλογάκι και αυτή λύγισε από το βάρος του
Είχε αρχίσει να κλαψουρίζει βουβά.
Ο Τ.   της ψιθύρισε :

-Μη φοβάσαι , δεν θα σε γαμήσω…θέλω να φανείς δυνατή

 Την τράβηξε από την μέση και την έστησε πάλι στα τέσσερα.
Αυτή  τη φορά στηρίχθηκε  στα πόδια του κι έτσι η γυναίκα κράτησε την πόζα που της έδωσε.
Έχωσε τα δάχτυλα του μέσα στα μαλλιά της κι άρχισε να τα χαϊδεύει
Τα έπιασε όλα μαζί και βούτηξε μέσα τους ανασαίνοντας βαθιά
Τα έτριψε με δύναμη στο πρόσωπο του το λαιμό του το στήθος του.
Η γυναίκα  ακίνητη τεντωμένη  με το στόμα ανοιχτό σε ένα μορφασμό πόνου έκλαιγε αθόρυβα .
Ο Τ. μάζεψε  πάλι τα μαλλιά της σε μια σφιχτή αλογοουρά  έβγαλε ένα κοπίδι από την τσέπη του και της τα έκοψε με αργές και  σταθερές κινήσεις
Η γυναίκα άρχισε να φωνάζει .
Ο Τ. της χτύπησε απότομα το κεφάλι στο πάτωμα.
Αυτή την φορά την άφησε αναίσθητη
Τύλιξε τα μαλλιά στην παλάμη του κουλούρα  και τα έχωσε στην εσωτερική τσέπη από το μπουφάν του.
Παρατήρησε ότι τα ψώνια της, είχαν σκορπίσει στο πάτωμα από την αναστάτωση.
Τα μάζεψε γρήγορα στις  σακούλες τους και τα άφησε δίπλα της.
Έσκυψε και της ψιθύρισε στο αυτί

-Είσαι ελεύθερη από τα πάθη που πιστώνεις.

Πήρε τα ψώνια του και βγήκε από την πολυκατοικία

Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και νόμιζε ότι θα σπάσει
Του ‘ρθε όρεξη για μακαρονάδα.
Μετάνιωσε που δεν αγόρασε τις σοκολάτες.