Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Το παιδί



 



Το παιδί 
απρόσεχτα στοίβαζε μέρες
στον πάτο του καλοκαιριού.
Φύτευε αφορμές,
 φούντωνε φωτιές  
μπάζωνε λιβάδια
κατουρούσε  λίμνες
που λάσπιαζαν στο χθες.
  Ο άντρας το κοιτούσε χαμογελαστός.

 -Είναι κρίμα να είσαι τόσο νέος κι άρρωστος.

 Το παιδί έσφιγγε τις γροθιές  και γρύλιζε.

-Ψάξε , βρες αυτόν που θα κρύψει το
απόστημα  σου.
Εσύ θα τον κάνεις Θεό.
Κι εγώ θα τον δικάσω. 
 

 Μαλαματένια λόγια απ' το μαντήλι
τα πήραν και τα κάψαν στο χαρτί
Το παιδί μάζεψε τις στάχτες 
χωρίς να τραγουδήσει.
Χλεύασε 
αυτά που έχουν ειπωθεί. 
Απρόσεχτα στοίβαζε τις μέρες
στον πάτο του καλοκαιριού.
Θύμωνε τις σφήκες,
κατηχούσε τα σκυλιά,
άλεθε γυαλιά,
 λαχταρούσε τους χειμώνες
στις ακρογιαλιές.