Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Σούπερ μάρκετ










Διαπομπεύομαι στο σούπερ μάρκετ.
Αισθάνομαι κολακευμένη.
Μια παρατεταμένη επιληπτική κρίση
μπροστά απ' τον πάγκο με τα κατεψυγμένα
σταματά την πομπή.
Η καλοσχηματισμένη εκούσια λίμνη ούρων
που απλώνεται γύρο μου,
ενοχλεί το πλήθος
Τα παγωμένα φασολάκια
αποστειρωμένα κι ακίνητα
αιχμαλωτίζουν την προσοχή τους.
Με εγκαταλείπουν όλοι.
Έντρομες καθαρίστριες με σφουγγαρίζουν
από το πάτωμα.
 σβήνουν μ' αντισηπτικό το ίχνος μου.
Με σιχαίνονται περισσότερο
από το πλήθος.
Είμαι το έμμισθο καθήκον.
Με φυγαδεύουν από την αποχέτευση
Χωρίς συναισθηματισμούς.
Χωρίς αποχαιρετισμό. 
Δεν θα υπάρξω ποτέ ξανά στο σούπερ μάρκετ.
Ξυπνώ με πονοκέφαλο.
Γεύομαι αίμα
στο στόμα.
Ελπίζω να το ξεπλύνει ο καφές.
Το δέρμα σου με ηρεμεί.
Σε φορώ και σηκώνομαι.