Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Ευχή.



ph. unknown


Εκεί που θα πας σήμερα
Πρόσεχε
Μην πατήσεις τα κεραμίδια του κάτου κόσμου
Μορφασμοί Θεών, δεμένοι στον πάσαλο του χρόνου.
Κρατάν την μυρωδιά σου στα ρουθούνια τους, κι αλυχτάνε.
Δεν θέλουν να ελευθερωθούν.
Σε λαχταράν και περιμένουν
Θα σχίσουν τις σάρκες που σε ντύνουν όταν ερωτεύεσαι 
Γυμνό γεωγραφικό στίγμα.
Χώμα και δόντια θα σ αφήσει.
Αν σ' ακούσουν, μην κρυφτείς
Ούρλιαξε πάνω από τον ζόφο
Θυμήσου ένα ήχο
Γέλα δυνατά
Μην παρακαλέσεις,
κι αν προλάβεις χόρεψε
Δεν υπάρχει λήθη, στ' αδήριτο του θανάτου
κι οι φωτιές τ' Αγέραστου  είναι απάτη.
Να προσέχεις που πατάς και να φτύνεις τον κόρφο σου

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Σαββάτο βράδυ.

ph. Timwnas





Θολές οι νύχτες που με νοστάλγουν.
Σε βρώμικους δρόμους και υγρούς
η πόλη 
κλαψουρίζει παρατημένη.
Άδεια παπούτσια χορεύουν
μονότονους ρυθμούς.
Σκυλιά βαριεστημένα παρακολουθούν
τους σηματοδότες να ρυθμίζουν το κενό.
Άνθρωποι κρυμμένοι,
 στερήθηκαν την μέρα
και παν για ύπνο πεινασμένοι.

Η Κυριακή πάντα ξημερώνει σιωπηλή.

Σε ψάχνω με τα δάχτυλα
μέσα σε σπασμένα γυαλιά.
Έχεις τα σεντόνια σου κουκούλι.

Ανοίγω το στόμα σου και σε ταΐζω τα κομμάτια μου.
Μικρό σαρκοφάγο μου πουλί...
Μέσα σου θα κατοικήσω.

Δεν θα σε καταστρέψω χωρίς να καταστραφώ μαζί σου.

Πρώτα γελάς μετά κλαις
Κλείνεις τα μάτια και κοιμάσαι.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Κάλεσμα




ph. Henri Cartier-Bresson




Με την γλώσσα μου σε καλώ,
Πρώτα  με ήχους έπειτα μ’ άγγιγμα.
Πεινώ για σένα.
Με θεωρείς ακίνδυνη.
Παρατάς τα όπλα σου
για να μπεις σε κάτι νικημένο…παραδομένο.
Θα σε κρατήσω μέσα μου  μέχρι να σ’ ακούσω να σπας…
Κάθε οστό και άρθρωση να θρυμματίζεται,
τους μυς να σχίζονται.
Το λαρύγγι μου να γεμίσει με το αίμα σου,
τον ιδρώτα σου ,την καύλα σου, το γέλιο
σου , τον θυμό σου , τις λέξεις σου …
Να πάψεις να θυμίζεις άνθρωπο .
Κρεάτινο σακί ριγμένο πάνω μου.
Τότε μόνο θα χορτάσω…
Τότε μόνο θα σε αφήσω…
Τότε μόνο θα γίνω  μάνα,
Με χάδι και όχι οδύνη θα σε φέρω πάλι στον κόσμο. 
Καινούριο, καθαρό,  δυνατό.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Σιδερένια παπούτσια


ph unknown

Άνθρωποι με σιδερένια παπούτσια
πλατσουρίζουν σε λάκκους με πίσσα.
Αγενείς επισκέπτες έρχονται στο σπίτι μου.
Γδέρνουν τα ίχνη τους στο δάπεδο
και κατουράνε στα ανθοδοχεία.
Τους  δείχνω  την πόρτα  μα η γλώσσα  μου με προδίδει. 
Με καθιστούν  έγκυο και με χλευάζουν.
Αγνοημένη  στέκομαι στο κέντρο  του σαλονιού. 

Δεν έχουν έλεος στα δόντια τους για μένα. 



Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Σκιά



ph. René Groebli


Ένα  ψυχρό απόμακρο πνεύμα στον δικό του κόσμο,
ατρόμητο ...παροπλισμένο.
Παγωμένη πόζα ,
ξέθωρος χαρακτήρας  σε κάποιου άλλου το μυαλό.

Αναπνέω   χώμα  μέσα   από ιδρωμένες παλάμες.
Θαυμάσια   πεθαμένη  σχεδόν  από  συνήθεια.
Διορισμένη  απάτη , ωφελημένη  από τις σκιές.

Αν μ έβλεπες  άνθρωπο,
θα ήταν όλα διαφορετικά.
Ο άνθρωπος σέρνει  μαζί του τριβή, μυρωδιά, σάλια, αλήθεια.

Διασκεδάζουν οι θεοί μέσα στα ρολόγια.
Χαίρονται πολύ δυνατά.
Η χαρά  τους δεν μ αφήνει  να κοιμηθώ.

Η  χρόνια φαγούρα πάνω από το δεξί αυτί χειροτερεύει.
Ο δείκτης γδέρνει το σημείο.
Στο νύχι σκαλώνουν ματωμένες τρίχες
και μελωδίες. 
Μια σκιά  λικνίζεται   στο καλοριφέρ.
Ξεθαρρεύει  και με πλησιάζει.
Φοβάμαι ότι αν αφαιρεθώ
θα τρυπώσει μέσα στο αυτί μου να βρει το ταίρι της.

Είμαι  κουρασμένη.
Θέλω να κλείσω τα μάτια,
να γλιστρήσω σε άλλες εποχές και αυτονόητα.

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Το τραπέζι.


art by

Timwnas





Οι εγωισμοί είναι πτώματα στο ίδιο νεκροταφείο.
Υποθέτουν πως διαφέρουν αλλά κουρνιάζουν σε διπλανές τρύπες.
Απαξιώνουν το ένα το άλλο,
μα η δυσωδία τους  είναι ανυπόφορη.
Αγνοημένη την  περιφέρουν
σε διαδρομές που χαράσσουν με τον δείκτη στον αέρα.

Σε αυτό το τραπέζι  είμαι απλός καλεσμένος
Δεν έχει στρωθεί για μένα αλλά κρίνομαι απαραίτητος.
Στα άψογα χορογραφημένα πιάτα ακουμπάει η τροφή.
Παραμένει ανέγγιχτη από την χυδαιότητα της κατάποσης.
Γοητευτικοί άντρες και όμορφες γυναίκες μιλούν
και ανταλλάσσουν αφροδίσια χαμογελώντας.
Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα
τονίζοντας τα ζυγωματικά.
Τα βλέμματα τους σκαλιστά αγορασμένα από ακριβές βιτρίνες.
Χαζεύω το ανάστημα τους.
Τα όνειρα τους τα γνωρίζω.
Με διασκεδάζουν τα απογεύματα.
Τα μέτρησα και τα βρήκα να κρέμονται σε δέκα δάχτυλα.
Δύο θα γίνουν πραγματικότητα , 
Τα εφτά δεν θα τα αγγίξουν  ποτέ,
 και για ένα πάντα θα αναρωτιούνται.
Μερικές ανάσες και κάνω πως ενδιαφέρομαι
Κουνάω συγκαταβατικά το κεφάλι και μουρμουρίζω "τρομερό".
Το έκζεμα δίπλα από τον αφαλό , σέρνετε και φθάνει στην μασχάλη.
Δεν μ απασχολεί τίποτα από αυτά.
Υποθέτω  πως πρέπει να τρώω.
Έξω από το παράθυρο ο ήλιος διαστέλλεται,
Σπασμένα γυαλιά,  σαπισμένα υπολείμματα,
φρεσκοπλυμένα αμάξια, κατουρημένες γωνίες.
 θλιμμένοι σκύλοι.

Είμαι ο συμπαθητικός συνάνθρωπος,
Χαιρέτησε με στο δρόμο και θα στο ανταποδώσω
Πες μου ότι με αγαπάς και θα πω "κι εγώ σε αγαπώ".
Πες μου σε θέλω , θα απαντήσω "κι εγώ σε θέλω".
Όλα πάνε ρολόι.
Αδιάκοπα,  μέρες ίδιες προσπερνούν.
"Είναι κρίμα να είσαι τόσο νέος και τόσο άρρωστος"  με μάλωσαν.
Αναρωτήθηκα, πανικοβλήθηκα, και συναινώ.
Ο Θεός εξακολουθεί να είναι απών.



                                                                                                 Από τον Τ. και για τον Τ.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Αναγκοβίωτος


ph. Sally Mann



Η μοναξιά είναι η  λάθος  βαλίτσα
Την κουβαλούσε μαζί του και την παρατούσε
όπου υπήρχε χώρος.
Μια φορά σ ένα παγκάκι, την άλλη σε μια κουζίνα,
στο τραίνο,  δίπλα από ένα atm, κάτω από κάποιο κρεβάτι.
Την παρατούσε κι έτρεχε,
Εξαφανιζόταν μέσα σε   περιπλοκές διαδρομές
ζικ ζακ και  εφαπτόμενες καμπύλες.
Πάντα την  έβρισκε να τον περιμένει έξω από την πόρτα του.
Κατσούφιαζε και παραμιλουσε.
Την έμπαζε σπίτι και την σκέπαζε με την κουβέρτα.


Την διεύθυνση που χρησιμοποιούσε η  ζωή του
την άφηνε ενέχυρο για  
μάτια  που σε βλέπουν,
χέρια  που σου φτιάχνουν  καφέ 
ακόμα κι όταν θυμώνουν,
το μουρμούρισμα στο διπλανό δωμάτιο
που αρρωσταίνει την 
ανία του Κυριακόβραδου
Την γκρίνια για τα λάθος  ψώνια .
Το βάρος του να σε χρειάζονται
Τα "όχι τώρα" , "τίποτα",  "είμαι καλά".
Κατσούφιαζε και   βαριόταν .
Πλήρωνε το χρέος του και λιαζόταν στην πλατεία.

Η ανάγκη  είναι το λάθος χαρτονόμισμα,
γέμιζε τις τσέπες  και τα συρτάρια του,
 μα τον κρατούσε νηστικό.
Την ξόδευε και την τραγουδούσε
χωρίς ποτέ να του τελειώνει.
Αυτή τον ξάπλωνε το βράδυ στο κρεβάτι
κι έφτιαχνε καφέ το πρωί .
Κατσούφιαζε και θύμωνε.
Την έχωνε κάτω από τα νύχια του,
και μυρμηγκιάζαν τα δάχτυλα του γλυκά.