Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπέρμα και αίμα.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπέρμα και αίμα.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

Η Τρίτη είναι η καλύτερη μέρα για σούπες










Ω αγαπημένη  καιρό είχα να σας δω!
Αυτή είναι μια ξεχωριστή μέρα για σας!
Ελάτε, ελάτε
Ω πέσατε κάπως άτσαλα!
Αφήστε, θα σας τοποθετήσω εγώ!
Ξέρετε μου έλειψε η τρυφερή σας καλήμερα.
Μπορεί να μην την απευθύνατε σε μένα αλλά πάντα έφτανε στα αυτιά μου. 
Μου έλειψε το χαμόγελο  σας κι αυτή
η αμήχανη  κίνηση  σας, να βάζετε  τα μαλλιά σας
πίσω απ' το αυτί.
Μου έλειψε η γαργαλιστική σας μυρωδιά
που στριμώχνει αυτή την ανεπαίσθητη σας λύπη
μέσα σε ένα παρτέρι φρεσκοκομμένου γκαζόν
πασπαλισμένο με την ασφαλή θαλπωρή μιας κατσαρόλας που
που σιγοβράζει  κρεατόσουπα.
Ω μην τρομάζετε!
Η Τρίτη είναι η καλύτερη μέρα για σούπες ξέρετε.
Η Μητέρα μου το έλεγε πάντα αυτό, 
Το πίστευε πραγματικά  και το εφάρμοζε ανελλιπώς.
Σας παρακαλώ, προσπαθήστε να κρατήσετε την ψυχραιμία σας .
Η Μητέρα μου τιμούσε τις μέρες τις δημιουργίας,
Φρόντιζε πάντα να μας δένει σφικτά σ αυτές
Δεν έδινε ποτέ σημασία στις αντιδράσεις και τα κλάματα μας
Τραβούσε  στενές λωρίδες από το δέρμα μας και μας έδενε
πάνω στην μονή αλήθεια που άφηνε τα μάτια της να δουν.
Ένα κρεάτινο γαϊτανάκι, όλα τα παιδιά της, ταγμένο να γυρνάει
γύρο από τον δείκτη της και περιμένοντας  μ ανυπομονησία
να μας δείξει, να μας επιλέξει για να δεχτούμε τις ευλογίες της.
Μην κουνιέστε παρακαλώ
δεν χρειάζεται να γίνει επίπονο για σας.
Αγαπούσε της μέρες της δημιουργίας η Μητέρα
Αγαπούσε ιδιαίτερα την τρίτη, 
όταν ο Θεός τράβηξε τα νερά από τη γη και φανέρωσε τις ακτές.
 Γι αυτό κι Αυτή τον τιμούσε γεμίζοντας τις κατσαρόλες της με σούπες.
Κρατούσε το υγρό στοιχείο περιορισμένο. 
Το σέρβιρε σε βαθειά  στρογγυλά πιάτα,
καυτό, εξαντλημένο από το βρασμό, προορισμένο
να γεμίζει φουσκάλες τα στόματα μας και να σβήνει κάθε αμφιβολία από το μυαλό μας.
Η αλήθεια είναι πως μπορεί να μην αντλούσαμε ηδονή από την κατάποση
μα δεν πεινάσαμε πότε, ούτε  ποθήσαμε  λέξεις με άλλη  γεύση ή θερμοκρασία.
Αγαπούσε την τρίτη μέρα γιατί στέγνωσαν τα χώματα,
 σκλήρυναν και μπορούσαν να αντέξουν τα δυο της πόδια 
κι όλη την ευθύνη που κουβαλούσαν πάνω τους.
Είδατε τι μ αναγκάσατε να κάνω;
ορίστε λεκιάσατε  το ωραίο σας πουκάμισο!
Η Μητέρα απεχθανόταν την βια.
Δεν μας χτυπούσε ποτέ.
Μας κινούσε μέσα στο χάος μ ένα απλό πλατάγισμα της γλωσσάς.
Την νύχτα μας προσέφερε την τρυφερότητα που απαγόρευε το φως
Άνοιγε τα πόδια της και γλιστρούσαμε ένας ένας μέσα της.
Εκεί που μας πρωτοσκέφτηκε ο Θεός
Εκεί που Αυτή μας αγάπησε και ορκίστηκε να μας σώσει.
Τα παιδιά της, τα αγαπημένα της παιδιά.
Τους γιους της. 
Οι αδερφές μου δεν έμεναν ποτέ για καιρό μαζί μας.
Όχι  δεν είναι ότι η αγάπη της Μητέρας ήταν λιγότερη γι αυτές
μην κάνετε τέτοιες υποθέσεις,
απλά ο Θεός δεν είχε φανερώσει ακόμα ένα προορισμό που να μπορέσουν να βαδίσουν.
Η Μητέρα δεν άντεχε να τις απογοητεύει με την σιωπή της
αυτές τις καταδικασμένες σε μόνιμη αναμονή.
Έτσι τις σκόρπιζε στον κήπο κι αυτός άνθιζε και μοσχομύριζε,
 όλοι κοντοστεκόταν και τον χάζευαν
κι η Μητέρα ήταν τόσο περήφανη και χαρούμενη
ψηλή, τεράστια κι η αγάπη  ξεχείλιζε από τους πόρους της
 ματωμένος ιδρώτας
αγνός και πρωτόγονος. 
Έτσι επέλεξα να την θυμάμαι
Χαμογελαστή μέσα στον καλοταϊσμένο κήπο της.

Τελειώνω, τελειώνω, λεπτομέρειες μείναν.
Να!
Είστε τόσο όμορφη έτσι απλωμένη
ανοιχτή, υγρή και κατακόκκινη.
Μια αψεγάδιαστη αλήθεια.
Μια ρευστή υπόσχεση.
Μια πράξη ασύγκριτης αγάπης,
σε μια εποχή που τα θαύματα έχουν πια τελειώσει,
κι οι κοιλιές μας γουργουρίζουν πεινασμένες.
Σας αγαπώ!
Πραγματικά σας αγαπώ!
Θα σας κρατήσω πάντα μέσα μου!
Παιδί πάλι,
 αγαπημένο, χορτάτο, ασφαλή,
θα αποκοιμηθώ εδώ,
 πάνω σας,
λίγο,
μόνο για λίγο...

Μέχρι ο χρόνος ν αρχίσει πάλι να κινείται.
Μέχρι ο Θεός 
να ξεκινήσει τη μέρα ξανά.
 

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

Μια άβολη συνάντηση.





art matt lombard




 Η μυρωδιά από ιδρωμένα ρούχα
δεν ήταν καλότυχη στο σπίτι της
Της ξετύλιξε την κόλαση
πάνω στο τραπέζι
Του πρόσφερε καφέ και δυσφορία
Του μίλησε για τον καιρό και την συνέπεια
Αυτός χώθηκε κάτω από το τραπέζι
Κουλουριάστηκε κι άρχισε να της πιπιλάει το μεγάλο δάχτυλο
του ποδιού μέχρι που το εξαφάνισε
Προχώρησε στο επόμενο
Του μιλούσε για την αδράνεια
καθώς ίδρωνε τις αμφιβολίες της στη χούφτα
Αυτός είχε φτάσει πάνω από το γόνατο
του χάιδευε το κεφάλι με τα ακροδάχτυλα
Μύριζε σχεδόν τις μνήμες του
Γευόταν την στιφάδα τους
Ένιωθε  μουδιασμένη
Προσπάθησε να κουνήσει τα πόδια της αλλά αυτά δεν ήταν πια εκεί
Άρχισε να τραγουδάει
ένα νανούρισμα
Αυτός είχε φτάσει στο αιδοίο της
Πιπίλιζε ρουφούσε  κατάπινε
εξαφάνιζε
ανέπνεε
θλιβόταν
συνέχιζε
Είχε φτάσει πια στον αφαλό της
Αυτή θυμήθηκε την μάνα της
Ένιωσε τα χέρια της να την σηκώνουν ψηλά
ένιωσε τον ίλιγγο
έκλαψε με την πτώση
"ω οι μάνες μας ήταν τόσο ψηλές
μα οι γιαγιάδες μας τόσο πλατιές"
Του ζήτησε να κάνουν ένα διάλειμμα
αυτός ήταν χωμένος μέσα στο στομάχι της
 Δεν την άκουσε
Του μίλησε για την μεταμέλεια που
που κουρνιάζει στους λεπτοδείκτες
Του μίλησε για το μέλι και τα πάλσαρ 
Ένιωθε κάπως νυσταγμένη
Η γλώσσα του σκληρή γεμάτη ακίδες σέρνονταν
στα πνευμόνια της άλλοτε αργά άλλοτε γρήγορα
Το στόμα του άφριζε από τον κόκκινο πολτό της
Στάλαζε τα παχύρρευστα υπολείμματα της πάνω στο χαλί
Αυτή έσκιζε παλιές φωτογραφίες
 Προβληματιζόταν για το βραδινό
"τόσα ακίνητα χαμόγελα 
περισσεύουν σ' ένα σπίτι μ' άδειες κατσαρόλες"
Μονολογούσε
"τα θλιμμένα μάτια είναι κλισέ τ' απομεσήμερου"
Συνθηκολογούσε 
"ο χρόνος δεν  έφερε κανένα πεθαμένο πίσω" 

Η ώρα περνούσε και αυτή δεν υπήρχε πια σχεδόν καθόλου
Ίσα που πρόλαβε να σιάξει τα μαλλιά της πριν 
αυτός εξαφανίσει τα χέρια της 
Είχε μείνει μόνο το κεφάλι της πεσμένο άτσαλα πάνω στην καρέκλα
Αυτός, υγρός κόκκινος γίγαντας
το πήρε στα χέρια του
γέμισε το στόμα της κατιφέδες.
Μετά της έραψε τα χείλη
Το κράτησε ψηλά κι έκλαψε σαν μικρο παιδί
  Το τοποθέτησε με δέος μέσα στο ψυγείο.
Συμμάζεψε όλη την αναστάτωση
που είχε προκαλέσει
και την έχωσε στην τσέπη του. 

Φόρεσε το σακάκι του και έφυγε από το σπίτι.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Δεινόσαυρος





Η ενοχλητικά μονότονη βροχή,
έκανε τον δεινόσαυρο να σκοντάψει στην νοσταλγία.
Κουτρουβαλιάστηκε και κατρακύλησε  με θόρυβο.
Ένα κρεάτινο βουνό
απελευθερωμένο απ την αιωνιότητα
κι υποκύπτοντας στη βαρύτητα
έπεσε θύμα της μυωπίας
και της 
διαχειριστικής του ενσυναίσθησης,
παρασέρνοντας μαζί του:

 πορσελάνινα  φλοράλ  φλιτζανάκια, 
τεχνητό  γκαζόν, 
ατμομηχανές,
περουκίνια,
καλές προθέσεις,
αιμορροΐδες
καριέρες στο σανίδι,
τανκς,
τον Καβάφη,
ντουλάπες
δονητές
κατά συρροήν δολοφόνους, 
μητέρες,
συστημικούς φαλλούς,
συνάχια,
προδοσίες,
μηλόπιτες,
κέδρους,
πιγκάλ,
εμμηνοπαυσιακά  χόμπι αγιογραφίας,
αποστραγγισμένα  πάθη
 θεραπείες φαλάκρας,
προλεταριακές υπομονές, 
διαφωνούντα αιδοία,
αντιβιώσεις,
τερλίκια,
κονδυλώματα,
το φαντασιακό  βαρίδιο,
καλάμια ψαρέματος,
αγελάδες,
ποδήλατα,
υποκοριστικά ,
σοκοφρέτες,
μίξερ και ηλεκτρικές κουβέρτες.

Το κρεάτινο τσουνάμι απορροφούσε
ανένοχα
 -και πολύ φοβάμαι αδιάφορα- 
μα πάντα εγκλωβισμένο στη φυσική του χάρη κι ορμή,
όλη την ανθρώπινη επιμέλεια και προσαρμογή,
αφήνοντας πίσω του,
ισοπέδωση,
έδαφος καθαρό κι αφράτο.
Και τρεις σελίδες κενές, 
να γεμίσουν καμιά ντουζίνα επιζώντες.

Όταν η ο δεινόσαυρος σταμάτησε να σέρνετε,
πάνω απ το μωλωπισμένο του κεφάλι 
βούιζαν  οι μέλισσες κι ο μύθος του.

Έμεινε εκεί γι' αρκετές ώρες.
Εξάλλου και να σηκωνόταν τι είχε να κάνει;;
Η βροχή είχε σταματήσει εδώ και μέρες
Ο ήλιος κυνηγιόταν με το φεγγάρι κι αυτό τον νύσταξε.
Ίσως βέβαια να ήταν κι η διάσειση απ΄ το πέσιμο.
Ίσως να του πέσε βαρύς ο πολιτισμός στο στομάχι.
Ποιος ξέρει;;

Έσπασε τις αρθρώσεις των δακτύλων του τρεις φορές από συνήθεια,
άφησε και μια μακρόσυρτη  πορδή μπας και ξεφουσκώσει...
και κοιμήθηκε.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Ιερά Μονή Αγίας Κατανάλωσης.






Με τη φράση 
«γέμισε ο κόσμος Νεκρούς ανθρώπους, 
που ζουν περιμένοντας να πεθάνουν»
απευθύνθηκε στο λαό ο  Πάπας.
Το πλήθος τρόμαξε
κι άρχισε να ψάχνει γύρω την καινούρια συμφορά.
Η κομψή κυρία με έδειξε ουρλιάζοντας και φτύνοντας σάλια.
"Να μια!!! Εδώ είναι "
"Πάρτε την... πάρτε την...."
Χέρια μ άρπαξαν και με πετάξαν στα πόδια του Πάπα.
Αυτός με χτύπησε τρεις φορές με την Αγιασμένη ράβδο του στο μέτωπο
και απευθύνθηκε στο ποίμνιο.
"Ιδού η Νεκρή γυναίκα"
Ιδού η Αρρώστια"
Το πλήθος εξαγριωμένο
 σπρώχνοντας και μουγκρίζοντας
ξεχειλώνοντας τα ρούχα του
άρχισε να με φτύνει
και να ζητά τον αποκεφαλισμό μου.
"Μίλα " μου απευθύνθηκε ο Πάπας
"Ζήτα Έλεος κι ο Θεός μου θα στο δώσει
Μίλα Νεκρή τα αυτιά των ζωντανών περιμένουν την φωνή σου.
Μίλα!"
" Δεν φταίω" είπα.
"Απλώς το ξέχασα.
Ξέχασα τον τρόπο να Ψωνίζω.
Δεν ήταν κάτι που επεδίωξα
Κοιμήθηκα κι όταν ξύπνησα ο Τρόπος είχε χαθεί απ' το μυαλό μου
Προσπάθησα να τον ξαναβρώ, αλήθεια..
στήθηκα μπροστά στα Πράγματα μα αυτά δεν μου μιλούσαν
Δεν φτάνουν οι γλυκιές φωνές τους στην ψυχή μου
Πέρασα ώρες μπροστά σε βιτρίνες... σε εμπορικά...
σε e-shop τα μάτια μου μάτωσαν απ' το να τα κοιτάζω και να περιμένω το κάλεσμα....
μα τα χέρια μου κρέμονται άχρηστα δεν απλώνονται να αγοράσουν
Το κενό που άφησε είναι πληγή
και μου φέρνει πυρετό.
Με τρώει κάθε μέρα
Άρχισα να απολαμβάνω το ανούσιον το ανυπόστατον
 την μουσική, τις πάπιες , το θρόισμα των φύλων
ξέρετε, αφήνουν έναν ανεπαίσθητο θόρυβο
οι άνθρωποι όταν κινούνται
ένα βελούδινο κουδούνισμα που...."


Ο όχλος με διέκοψε εξοργισμένος
"Πατέρα σώσε μας, αυτή μας αρρωσταίνει"
"Πάρε αυτή την κατάρα από μάτια μας"
Ο Πάπας τους καθησύχασε με μια κίνηση ψυχρά στοργική.
Με έδειξε κι άρχισα να μιλάω πάλι .

"Τολμώ να πω, πως νιώθω ευτυχισμένη.
Μια καινή ευτυχία έχει τρυπώσει μέσα στο στομάχι μου
 που δεν ξέρω πως να διώξω
μέχρι που άρχισαν να με ικανοποιούν οι αφοδεύσεις μου
κι αλίμονο 
 κοιμάμαι μονοκόμματα τα βράδια.
Ωωωω σας παρακαλώ λυπηθείτε με
κατανοήστε το δράμα μου 
 δεν φταίω απλώς κοιμήθηκα, κι ο Τρόπος χάθηκε
Δεν Ξέρω  πως να Αγοράζω
Τα ψώνια δεν είναι καν ανάμνηση για μένα"

" Ω Αρρώστια"
  μίλησε ο Πάπας αφήνοντας να του ξεφύγει ένα κιτρινισμένο δάκρυ"
"Ήρθες να εμπαίξεις τους πιστούς μου.
    Ήρθες να τους μολύνεις με το κενό σου.
Ήρθες να αφήσεις τις κατάρες σου να τους καταβροχθίσουν τα δάχτυλα
Ήρθες να τους κάνεις Άλλους
Ήρθες να τους κάνεις Τίποτα"


"Ο Πάπας κλαίει με κίτρινα δάκρυα"
εκστασιάστηκε το πλήθος
"Στο Λάκκο"  ακούστηκε η πρώτη ετυμηγορία
"Στο Λάκκο" δυνάμωσε η ποινή μου
Στο Λάκκο" συμφώνησε ο Πάπας

Στην άκρη του Λάκκου βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω.
Μου  έσχισαν τα ρούχα κι έτσι γυμνή έμεινα να τους κοιτάζω.

Ο Πάπας μου μίλησε.
"Μίλα Νεκρή γυναίκα.
Τα  αυτιά των ζωντανών θα ακούσουν το αντίο σου."

Ειλικρινά έψαχνα κάθε σπιθαμή του μυαλού μου
να βρω λέξεις που θα φωσφόριζαν Σοφία
ή τουλάχιστον Μεταμέλεια.
Το στόμα μου όμως ούρλιαξε χωρίς να το προλάβω

" Ο Πάπας δεν πρέπει να τρώει μακαρόνια...
Τον κάνουνε δυσκοίλιο."

30 δεύτερα κράτησε το σοκ του κόσμου.
30 δεύτερα δεν ακουγόταν ήχος.
30 δεύτερα επικράτησε μια ανακουφιστική σιωπή.

Μετά συνήλθαν και με εκκωφαντικό  ενθουσιασμό
με πέταξαν στον Λάκκο.

Το κείμενο το βρίσκετε και στο
 art-io μη περιοδικό/η τέχνη του βίου 
art-io.eu


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Μαλαρια







Το θηλυκό  αρχίζει να πρήζεται  σαν μπαλόνι.
Το αρσενικό  παίζει ρυθμικά με το πιρούνι.

Τα πόδια της ορθάνοιχτα.
Το αιδοίο της πετάει παρασιτικά πλασμώδια
 για να τον πιάσει.
 Το τηλέφωνο χτυπάει ακούραστα.
Το αρσενικό σπαρταράει από
έντονο ρίγος και πυρετό.
Ιδρώνει απορημένο.
Το κεφάλι του παραμορφώνεται.
Οι μυς του κουρελιάζονται.
Οι αρθρώσεις του σπάνε.
Ο εμετός δεν το ανακουφίζει.
Εξαντλημένο κρύβεται πίσω από τον καναπέ.
Παραληρεί
"Είμαι μυγα.
Βυζαινω τον ιδρώτα σου.
 Σκαρφαλώνω στο τζάμι.
Κοιμάμαι στο ταβάνι σου.
Φτύνω αυγα μέσα στ' αυτί σου.
Ο κυκλος της ζωης μου δεν θα κλείσει ποτέ.
Στάσιμος μα πάντα ζωντανός.
Άδολος και μάταιος
είμαι σχεδόν ευτυχία. "

Το θηλυκό ξεφούσκωτο πια τον πλησιάζει
Με τα δυο της χέρια του πιάνει τρυφερά
το κεφάλι,
τον φιλάει στα χείλη,
και με αργές κινήσεις
το ξεκολλάει  από το το λαιμό του.
Το τηλέφωνο  χτυπάει σιγοντάροντας 
τον απογευματινό αποκεφαλισμό.
  







Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Τιμολέων.


ph. Andrew Lyman




Ο Τ χάζευε στον διάδρομο με τις σοκολάτες
Η λίστα με τα ψώνια του είχε αριθμημένα 3 πράγματα αλλά ο Τ
ηδονιζόταν με την ιδέα να την ξεγελάσει και να χώσει στο καλάθι του
κάτι παραπάνω.
Φασαρία από κουτιά που γκρεμίζονται τράβηξε την προσοχή του
Γυρίζοντας είδε  την γυναίκα που προσπαθούσε να τα μαζέψει,
αναψοκοκκινισμένη να του χαμογελάει αμήχανα.
Ο Τ. ανταπέδωσε και αποφεύγοντας  τον πειρασμό 
άφησε  2 πλάκες σοκολάτας  στο ράφι.
Περιπλανήθηκε άσκοπα στους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ για λίγη ώρα,
και όταν έφτασε στο ταμείο
 η αδέξια γυναίκα βρισκόταν μπροστά  του στη σειρά.
Πλησίασε μάλλον παραπάνω από ότι θα έπρεπε
και ένιωσε τα μακριά της μαλλιά να του γαργαλάν το μπράτσο.
Ήταν μαύρα , γυαλιστερά και εντυπωσιακά ίσια.
Έσκυψε ανεπαίσθητα  έτσι που η μυρωδιά της τρύπωσε στα ρουθούνια του
Καμένη Ζάχαρη σκέφτηκε και χαμογέλασε.

Ο καιρός δεν είχε χαλάσει ακόμα αν και μέσα Δεκέμβρη 
και ο Τ. απολάμβανε κάθε ευκαιρία που του δινόταν για περπάτημα.
Καθάριζε το μυαλό του έτσι.
Περπατούσε και χαμογελούσε κουνώντας την σακούλα με τα ψώνια
 σαν παιδάκι που γυρνάει από το σχολείο.
Η Καμένη ζάχαρη του έφερε  ένα γλυκό μυρμήγκιασμα στο σβέρκο
Και μια αδημονία στο στομάχι που τον έκανε να θέλει να τραγουδήσει.

Πρόλαβε την πόρτα της εισόδου προτού κλείσει.
Την κράτησε  ανοιχτή για μερικά εκατοστά έτσι ώστε  να βλέπει την γυναίκα 
που κοντοστεκόταν και ξεδιάλεγε τους φακέλους 
που είχε πετάξει ο ταχυδρόμος στην είσοδο.  
Γλίστρησε αθόρυβα και σβέλτα πίσω της και με μια κίνηση την έπιασε από το σβέρκο και την  πέταξε με δύναμη στον τοίχο.
Αυτή  μισοζαλισμένη έκανε ένα δυο βήματα και σωριάστηκε στο δάπεδο.
Ο Τ.  ακούμπησε την σακούλα του κάτω, 
 και την έστησε στα τέσσερα.
Η καμένη ζάχαρη  κάτι πήγε να ψελλίσει αλλά μονό φθόγγοι βγήκαν από το στόμα της
Ο  Τ. την καβάλησε σαν αλογάκι και αυτή λύγισε από το βάρος του
Είχε αρχίσει να κλαψουρίζει βουβά.
Ο Τ.   της ψιθύρισε :

-Μη φοβάσαι , δεν θα σε γαμήσω…θέλω να φανείς δυνατή

 Την τράβηξε από την μέση και την έστησε πάλι στα τέσσερα.
Αυτή  τη φορά στηρίχθηκε  στα πόδια του κι έτσι η γυναίκα κράτησε την πόζα που της έδωσε.
Έχωσε τα δάχτυλα του μέσα στα μαλλιά της κι άρχισε να τα χαϊδεύει
Τα έπιασε όλα μαζί και βούτηξε μέσα τους ανασαίνοντας βαθιά
Τα έτριψε με δύναμη στο πρόσωπο του το λαιμό του το στήθος του.
Η γυναίκα  ακίνητη τεντωμένη  με το στόμα ανοιχτό σε ένα μορφασμό πόνου έκλαιγε αθόρυβα .
Ο Τ. μάζεψε  πάλι τα μαλλιά της σε μια σφιχτή αλογοουρά  έβγαλε ένα κοπίδι από την τσέπη του και της τα έκοψε με αργές και  σταθερές κινήσεις
Η γυναίκα άρχισε να φωνάζει .
Ο Τ. της χτύπησε απότομα το κεφάλι στο πάτωμα.
Αυτή την φορά την άφησε αναίσθητη
Τύλιξε τα μαλλιά στην παλάμη του κουλούρα  και τα έχωσε στην εσωτερική τσέπη από το μπουφάν του.
Παρατήρησε ότι τα ψώνια της, είχαν σκορπίσει στο πάτωμα από την αναστάτωση.
Τα μάζεψε γρήγορα στις  σακούλες τους και τα άφησε δίπλα της.
Έσκυψε και της ψιθύρισε στο αυτί

-Είσαι ελεύθερη από τα πάθη που πιστώνεις.

Πήρε τα ψώνια του και βγήκε από την πολυκατοικία

Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και νόμιζε ότι θα σπάσει
Του ‘ρθε όρεξη για μακαρονάδα.
Μετάνιωσε που δεν αγόρασε τις σοκολάτες.

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Μια αυγουστιάτικη ιστορία αγάπης



ph. unknown






Το κορίτσι  μαζεύει ένα βατράχι

από τους νερόλακκους και το παίρνει σπίτι

Του προσφέρει ευγενικά το φιλί της,

μα  αυτό  προτιμά να την σοδομήσει.


Βουτάει με το κεφάλι μέσα  στον πρωκτό της.

Ανασκολοπίζει το κορίτσι με ενθουσιασμό

Βγαίνει από το στόμα της, της κατουρά το χέρι

και επιστρέφει πίσω στο νερόλακκο.


«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χυδαιότητα  από την αγένεια»

 μονολογεί το κορίτσι

«Θα μπορούσε να πει  τουλάχιστον, ένα  ευχαριστώ»



Το αγόρι  χαζεύει την συγκέντρωση στην πλατεία

Ο κυβερνήτης ανοιγοκλείνει το στόμα του

μπρος το μικρόφωνο  χωρίς να βγάζει λέξη.


Το πλήθος  τον χειροκροτεί παρατεταμένα

Αυτός υποκλίνεται και αρχίζει να τους φτύνει.

Οι θεατές που είναι μπροστά τσαλαπατιούνται 

στην προσπάθεια τους να στολίσουν τα πρόσωπα τους

με το σάλιο του.


Πιο πέρα τα σκυλιά έχουν στήσει μικροφωνική  διαμαρτυρίας

Το αγόρι τα πλησιάζει και ζητά τσιγάρο.

Αυτά του γαυγίζουν θυμωμένα

«Δεν έχεις ουρά, δεν έχεις κολάρο, δεν ανήκεις εδώ»



Το αγόρι πλησιάζει το κορίτσι για τον ίδιο λόγο

που πλησιάζουν  πάντα τα αγόρια τα κορίτσια

Το κορίτσι κολακεύεται από συνήθεια.

Τον ακολουθεί σπίτι του

Το κορίτσι αποδίδει  τον ρόλο της βουβά,

απομακρύνεται από το κρεβάτι, και βουλιάζει στην πολυθρόνα

Το αγόρι  ξαπλωμένο , καπνίζει και

 χαζεύει την αντανάκλαση του στο τζάμι .



 «Μπορώ να μαντέψω όλα αυτά που φοβάσαι να μου πεις»

δηλώνει  αλαζονικά το αγόρι

Το κορίτσι θυμώνει και του χιμάει.

Του δαγκώνει το σβέρκο  και

με αργές κυκλικές κινήσεις  αρχίζει

να απλώνει τα αυγά της στην πλάτη του.

Τα αυγά, του λιώνουν το δέρμα , και βουλιάζουν μέσα στις σάρκες του

26 μέρες τα επωάζει κουλουριασμένος στο πάτωμα.

Όταν έρθει η ώρα, τα ξερνάει, μια μαύρη γλίτσα στο πάτωμα



«Τώρα πια δεν χρειάζεται να μαντέψεις»  μιλάει  το κορίτσι.

«Τώρα πια χρειάζομαι να σ’ αγαπώ»  απαντάει το αγόρι

 «Σε ονομάζω Πλάσμα»  λέει το αγόρι

«Σε ονομάζω   Άνδρα»  λέει το κορίτσι

«Θα είμαι μέσα σου κι απέναντι» υπόσχεται το αγορι
  «Θα είμαι Τροφός και Θεριστής» ανταποδίδει το κορίτσι 

«Νομίζω ότι βαρέθηκα» σκέφτεται το αγόρι

«Θα είμαι  φως  και θάλασσα»  ονειρεύεται   το κορίτσι


Το αγόρι την μαχαιρώνει 17 φορές,
 και φεύγει διακοπές στα νησιά.

Το κορίτσι αποσυντίθεται πάνω στο κρεβάτι. 


"Μια αυγουστιάτικη ιστορία αγάπης"   την βρίσκετε  στο τεύχος 28 του  Chimeres 

    http://chimeres.info/zine/28/