Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Σιδερένια παπούτσια


ph unknown

Άνθρωποι με σιδερένια παπούτσια
πλατσουρίζουν σε λάκκους με πίσσα.
Αγενείς επισκέπτες έρχονται στο σπίτι μου.
Γδέρνουν τα ίχνη τους στο δάπεδο
και κατουράνε στα ανθοδοχεία.
Τους  δείχνω  την πόρτα  μα η γλώσσα  μου με προδίδει. 
Με καθιστούν  έγκυο και με χλευάζουν.
Αγνοημένη  στέκομαι στο κέντρο  του σαλονιού. 

Δεν έχουν έλεος στα δόντια τους για μένα. 



Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Σκιά



ph. René Groebli


Ένα  ψυχρό απόμακρο πνεύμα στον δικό του κόσμο,
ατρόμητο ...παροπλισμένο.
Παγωμένη πόζα ,
ξέθωρος χαρακτήρας  σε κάποιου άλλου το μυαλό.

Αναπνέω   χώμα  μέσα   από ιδρωμένες παλάμες.
Θαυμάσια   πεθαμένη  σχεδόν  από  συνήθεια.
Διορισμένη  απάτη , ωφελημένη  από τις σκιές.

Αν μ έβλεπες  άνθρωπο,
θα ήταν όλα διαφορετικά.
Ο άνθρωπος σέρνει  μαζί του τριβή, μυρωδιά, σάλια, αλήθεια.

Διασκεδάζουν οι θεοί μέσα στα ρολόγια.
Χαίρονται πολύ δυνατά.
Η χαρά  τους δεν μ αφήνει  να κοιμηθώ.

Η  χρόνια φαγούρα πάνω από το δεξί αυτί χειροτερεύει.
Ο δείκτης γδέρνει το σημείο.
Στο νύχι σκαλώνουν ματωμένες τρίχες
και μελωδίες. 
Μια σκιά  λικνίζεται   στο καλοριφέρ.
Ξεθαρρεύει  και με πλησιάζει.
Φοβάμαι ότι αν αφαιρεθώ
θα τρυπώσει μέσα στο αυτί μου να βρει το ταίρι της.

Είμαι  κουρασμένη.
Θέλω να κλείσω τα μάτια,
να γλιστρήσω σε άλλες εποχές και αυτονόητα.

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Το τραπέζι.


art by

Timwnas





Οι εγωισμοί είναι πτώματα στο ίδιο νεκροταφείο.
Υποθέτουν πως διαφέρουν αλλά κουρνιάζουν σε διπλανές τρύπες.
Απαξιώνουν το ένα το άλλο,
μα η δυσωδία τους  είναι ανυπόφορη.
Αγνοημένη την  περιφέρουν
σε διαδρομές που χαράσσουν με τον δείκτη στον αέρα.

Σε αυτό το τραπέζι  είμαι απλός καλεσμένος
Δεν έχει στρωθεί για μένα αλλά κρίνομαι απαραίτητος.
Στα άψογα χορογραφημένα πιάτα ακουμπάει η τροφή.
Παραμένει ανέγγιχτη από την χυδαιότητα της κατάποσης.
Γοητευτικοί άντρες και όμορφες γυναίκες μιλούν
και ανταλλάσσουν αφροδίσια χαμογελώντας.
Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα
τονίζοντας τα ζυγωματικά.
Τα βλέμματα τους σκαλιστά αγορασμένα από ακριβές βιτρίνες.
Χαζεύω το ανάστημα τους.
Τα όνειρα τους τα γνωρίζω.
Με διασκεδάζουν τα απογεύματα.
Τα μέτρησα και τα βρήκα να κρέμονται σε δέκα δάχτυλα.
Δύο θα γίνουν πραγματικότητα , 
Τα εφτά δεν θα τα αγγίξουν  ποτέ,
 και για ένα πάντα θα αναρωτιούνται.
Μερικές ανάσες και κάνω πως ενδιαφέρομαι
Κουνάω συγκαταβατικά το κεφάλι και μουρμουρίζω "τρομερό".
Το έκζεμα δίπλα από τον αφαλό , σέρνετε και φθάνει στην μασχάλη.
Δεν μ απασχολεί τίποτα από αυτά.
Υποθέτω  πως πρέπει να τρώω.
Έξω από το παράθυρο ο ήλιος διαστέλλεται,
Σπασμένα γυαλιά,  σαπισμένα υπολείμματα,
φρεσκοπλυμένα αμάξια, κατουρημένες γωνίες.
 θλιμμένοι σκύλοι.

Είμαι ο συμπαθητικός συνάνθρωπος,
Χαιρέτησε με στο δρόμο και θα στο ανταποδώσω
Πες μου ότι με αγαπάς και θα πω "κι εγώ σε αγαπώ".
Πες μου σε θέλω , θα απαντήσω "κι εγώ σε θέλω".
Όλα πάνε ρολόι.
Αδιάκοπα,  μέρες ίδιες προσπερνούν.
"Είναι κρίμα να είσαι τόσο νέος και τόσο άρρωστος"  με μάλωσαν.
Αναρωτήθηκα, πανικοβλήθηκα, και συναινώ.
Ο Θεός εξακολουθεί να είναι απών.



                                                                                                 Από τον Τ. και για τον Τ.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Αναγκοβίωτος


ph. Sally Mann



Η μοναξιά είναι η  λάθος  βαλίτσα
Την κουβαλούσε μαζί του και την παρατούσε
όπου υπήρχε χώρος.
Μια φορά σ ένα παγκάκι, την άλλη σε μια κουζίνα,
στο τραίνο,  δίπλα από ένα atm, κάτω από κάποιο κρεβάτι.
Την παρατούσε κι έτρεχε,
Εξαφανιζόταν μέσα σε   περιπλοκές διαδρομές
ζικ ζακ και  εφαπτόμενες καμπύλες.
Πάντα την  έβρισκε να τον περιμένει έξω από την πόρτα του.
Κατσούφιαζε και παραμιλουσε.
Την έμπαζε σπίτι και την σκέπαζε με την κουβέρτα.


Την διεύθυνση που χρησιμοποιούσε η  ζωή του
την άφηνε ενέχυρο για  
μάτια  που σε βλέπουν,
χέρια  που σου φτιάχνουν  καφέ 
ακόμα κι όταν θυμώνουν,
το μουρμούρισμα στο διπλανό δωμάτιο
που αρρωσταίνει την 
ανία του Κυριακόβραδου
Την γκρίνια για τα λάθος  ψώνια .
Το βάρος του να σε χρειάζονται
Τα "όχι τώρα" , "τίποτα",  "είμαι καλά".
Κατσούφιαζε και   βαριόταν .
Πλήρωνε το χρέος του και λιαζόταν στην πλατεία.

Η ανάγκη  είναι το λάθος χαρτονόμισμα,
γέμιζε τις τσέπες  και τα συρτάρια του,
 μα τον κρατούσε νηστικό.
Την ξόδευε και την τραγουδούσε
χωρίς ποτέ να του τελειώνει.
Αυτή τον ξάπλωνε το βράδυ στο κρεβάτι
κι έφτιαχνε καφέ το πρωί .
Κατσούφιαζε και θύμωνε.
Την έχωνε κάτω από τα νύχια του,
και μυρμηγκιάζαν τα δάχτυλα του γλυκά.


 

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Οι προφήτες κάπνισαν τις στάχτες των νεκρών




Βιβλίο
                                                     Οι προφήτες κάπνισαν τις στάχτες των νεκρών 

                                                         Σχέδια  Timwnas
                                                         Στίχοι   Nopi Fountoukidou

                                            Το βιβλίο το προμηθεύεστε από  timwnaskt@gmail.com
                                                             
                                                 
                                                                        Book Promo 

                                                          



Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Ταξίδι







Αυτό που φοβόταν πάντα ήταν
 μη χάσει το ταξίδι του.

Ψωμί με μορταδέλα  στριμωγμένο
μέσα στην τσάντα.
Δρομολόγια να εναλλάσσονται σε πίνακες
μεγάφωνα, βαλίτσες  που σέρνονται, μετεπιβίβαση.
Κιτρινισμένα δάχτυλα που  τρίβουν τα μάτια
να ξυπνήσουν.
Δρόμος. 

Η αμηχανία μιας άβολης διείσδυσης
στοίχειωσε όλες τις μετέπειτα πράξεις
Αψεγάδιαστα χαμογελαστά  πρόσωπα σε σελοφάν.
Υγρασία και διογκωμένες κλειτορίδες.
Στεγνό στόμα.
Προβαρισμένες λέξεις με τον καφέ.
Κατούρημα  πριν την επιβίβαση.

Κάθε χρόνο στένευε τα ρούχα του
Κάθε χρόνο έμοιαζε πιο ψηλός
Κάθε χρόνο αυξανόταν το πλήθος γύρω του 
Κάθε χρόνο γινόταν πιο
άσχημος, πιο μοχθηρός, πιο βρώμικος
Ήταν σαν μια θλιμμένη  αρρώστια, 
μια άρρωστη λύπη, αφυδατωμένη.
Ήξερε ότι δεν γινόταν  να νιώσει.
Για να αισθανθείς κάτι , πρέπει να είσαι παρών

Τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο
Ούτε καν  το είδωλο του στον καθρέφτη
Ξεφτισμένη εικόνα,  εν κινήσει σε
ρευστό συνθετικό δρόμο
χωρίς  προορισμό.
Δρομολόγια,  λεωφορεία, πίνακες,
μεγάφωνα,  επιβίβαση, αναχώρηση.

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Μια αυγουστιάτικη ιστορία αγάπης



ph. unknown






Το κορίτσι  μαζεύει ένα βατράχι

από τους νερόλακκους και το παίρνει σπίτι

Του προσφέρει ευγενικά το φιλί της,

μα  αυτό  προτιμά να την σοδομήσει.


Βουτάει με το κεφάλι μέσα  στον πρωκτό της.

Ανασκολοπίζει το κορίτσι με ενθουσιασμό

Βγαίνει από το στόμα της, της κατουρά το χέρι

και επιστρέφει πίσω στο νερόλακκο.


«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χυδαιότητα  από την αγένεια»

 μονολογεί το κορίτσι

«Θα μπορούσε να πει  τουλάχιστον, ένα  ευχαριστώ»



Το αγόρι  χαζεύει την συγκέντρωση στην πλατεία

Ο κυβερνήτης ανοιγοκλείνει το στόμα του

μπρος το μικρόφωνο  χωρίς να βγάζει λέξη.


Το πλήθος  τον χειροκροτεί παρατεταμένα

Αυτός υποκλίνεται και αρχίζει να τους φτύνει.

Οι θεατές που είναι μπροστά τσαλαπατιούνται 

στην προσπάθεια τους να στολίσουν τα πρόσωπα τους

με το σάλιο του.


Πιο πέρα τα σκυλιά έχουν στήσει μικροφωνική  διαμαρτυρίας

Το αγόρι τα πλησιάζει και ζητά τσιγάρο.

Αυτά του γαυγίζουν θυμωμένα

«Δεν έχεις ουρά, δεν έχεις κολάρο, δεν ανήκεις εδώ»



Το αγόρι πλησιάζει το κορίτσι για τον ίδιο λόγο

που πλησιάζουν  πάντα τα αγόρια τα κορίτσια

Το κορίτσι κολακεύεται από συνήθεια.

Τον ακολουθεί σπίτι του

Το κορίτσι αποδίδει  τον ρόλο της βουβά,

απομακρύνεται από το κρεβάτι, και βουλιάζει στην πολυθρόνα

Το αγόρι  ξαπλωμένο , καπνίζει και

 χαζεύει την αντανάκλαση του στο τζάμι .



 «Μπορώ να μαντέψω όλα αυτά που φοβάσαι να μου πεις»

δηλώνει  αλαζονικά το αγόρι

Το κορίτσι θυμώνει και του χιμάει.

Του δαγκώνει το σβέρκο  και

με αργές κυκλικές κινήσεις  αρχίζει

να απλώνει τα αυγά της στην πλάτη του.

Τα αυγά, του λιώνουν το δέρμα , και βουλιάζουν μέσα στις σάρκες του

26 μέρες τα επωάζει κουλουριασμένος στο πάτωμα.

Όταν έρθει η ώρα, τα ξερνάει, μια μαύρη γλίτσα στο πάτωμα



«Τώρα πια δεν χρειάζεται να μαντέψεις»  μιλάει  το κορίτσι.

«Τώρα πια χρειάζομαι να σ’ αγαπώ»  απαντάει το αγόρι

 «Σε ονομάζω Πλάσμα»  λέει το αγόρι

«Σε ονομάζω   Άνδρα»  λέει το κορίτσι

«Θα είμαι μέσα σου κι απέναντι» υπόσχεται το αγορι
  «Θα είμαι Τροφός και Θεριστής» ανταποδίδει το κορίτσι 

«Νομίζω ότι βαρέθηκα» σκέφτεται το αγόρι

«Θα είμαι  φως  και θάλασσα»  ονειρεύεται   το κορίτσι


Το αγόρι την μαχαιρώνει 17 φορές,
 και φεύγει διακοπές στα νησιά.

Το κορίτσι αποσυντίθεται πάνω στο κρεβάτι. 


"Μια αυγουστιάτικη ιστορία αγάπης"   την βρίσκετε  στο τεύχος 28 του  Chimeres 

    http://chimeres.info/zine/28/